Παρά το γεγονός ότι πλέον ο κοροναϊός έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας πολλοί ρωτούν για τα συμπτώματα της νόσου.

Πώς αισθανόμαστε αν κολλήσουμε; Τι συμβαίνει στο σώμα μας; Τι θα κάνουμε με το που θα εμφανίσουμε τα πρώτα συμπτώματα;

Οπως προκύπτει από την προστιθέμενη εμπειρία των τελευταίων εννέα μηνών της πανδημίας, τα πλέον συχνά σημάδια που προειδοποιούν για πιθανή μόλυνση από τον SARS-CoV-2 είναι τα εξής:

  • Υψηλός πυρετός
  • Επίμονος βήχας
  • Αλλαγή η απώλεια στην αίσθηση της όσφρησης και της γεύσης
  • Δυσκολία στην αναπνοή

Σε αρκετές περιπτώσεις η λοίμωξη έχει οδηγήσει σε εμφάνιση επιλοκών (Οξύ Σύνδρομο Αναπνευστικής Δυσχέρειας (ARDS), νεφρική ανεπάρκεια, πολυοργανική ανεπάρκεια, διαταραχές της πήξης,  περικαρδίτιδα) ή και θάνατο.

Πώς μεταδίδεται ο κοροναϊός

Ο ακριβής τρόπος μετάδοσης δεν είναι ακόμα γνωστός. Υπάρχουν πάντως σαφείς ενδείξεις περιορισμένης μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Συνιστώνται  τα μέτρα προφύλαξης που ισχύουν και για τις άλλες ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού, δηλαδή η αποφυγή στενής επαφής με άτομο που παρουσιάζει τα συμπτώματα της νόσου (βήχας, φτέρνισμα) και έχει πρόσφατα ταξιδέψει σε περιοχή υψηλού κινδύνου.

 

 

Σε περιπτώσεις χειρισμών που ενέχουν αυξημένο κίνδυνο δημιουργίας αερολύματος, στις βασικές προφυλάξεις και προφυλάξεις σταγονιδίων προστίθενται και προφυλάξεις για πρόληψη μετάδοσης αερογενώς μεταδιδόμενου νοσήματος.

Οι ιοί μπορεί να μεταδοθούν επίσης αν αγγίξει κάποιος κάτι που είχε αγγίξει προηγουμένως ένας ασθενής και στη συνέχεια αγγίξει το στόμα, τη μύτη ή τα μάτια του.

Απώλεια οσμής ή γεύσης

 

Η είδηση ότι ο νέος κοροναϊός επηρεάζει τη γεύση και την όσφρηση προκάλεσε αίσθηση. Ενδεχομένως ορισμένοι στάθηκαν με δυσπιστία απέναντι στα πρώτα εκείνα ευρήματα, καθώς ήταν νωρίς για να καταλήξει κανείς σε ένα ασφαλές συμπέρασμα.

Πλέον, τα δύο αυτά συμπτώματα αποτελούν σημαντικό «οδηγό» για την αξιολόγηση της κλινικής εικόνας ενός ασθενούς. Ειδικότερα, η απώλεια της όσφρησης είναι – σύμφωνα με τις μαρτυρίες ασθενών – μία «ιδιαίτερη» αίσθηση, όταν οφείλεται στη λοίμωξη COVID-19.

Το σύμπτωμα αυτό είναι αιφνίδιο και διαφορετικό, υπό την έννοια ότι η μπουκωμένη μύτη ή η καταρροή κακά κανόνα απουσιάζει, συνεπώς οι ασθενείς δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι ξαφνικά «χάνουν» τις μυρωδιές.

Αντίστοιχα, η απώλεια γεύσης δεν σημαίνει αλλοίωση της μέχρι πρότινος έντονης αίσθησης όταν κανείς τρώει το μεσημεριανό του. Είναι ενδεικτικό ότι ασθενείς με την πανδημική λοίμωξη δεν μπορούσαν να διαχωρίσουν την πικρή από την ξινή ή τη γλυκιά γεύση, γεγονός που υποδηλώνει ότι το συγκεκριμένο σύμπτωμα δεν έχει καμία σχέση με το κοινό κρυολόγημα ή τη γρίπη.