Ο εμβολιασμός κατά την εγκυμοσύνη «θωρακίζει» όχι μόνο τις ίδιες τις γυναίκες αλλά και τα βρέφη που θα φέρουν στον κόσμο και μάλιστα επί μήνες, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «The Journal of the American Medical Association» (JAMA). Από τη μελέτη που ανήκει σε ειδικούς του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης (MGH) προέκυψε επίσης ότι η διάρκεια της αντισωματικής απόκρισης ήταν μεγαλύτερη στα βρέφη που γεννήθηκαν από εμβολιασμένες γυναίκες σε σύγκριση με τα βρέφη των γυναικών που δεν είχαν εμβολιαστεί αλλά είχαν νοσήσει με COVID-19 στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η μελέτη

Στη μελέτη περιελήφθησαν έγκυοι που είτε είχαν λάβει δύο δόσεις ενός mRNA εμβολίου είτε είχαν μολυνθεί με τον SARS-CoV-2 μεταξύ της 20ης και της 30ης εβδομάδας της κύησης – όταν δηλαδή, με βάση τα στοιχεία, η μεταφορά των αντισωμάτων από τη γυναίκα στο έμβρυο μέσω του πλακούντα είναι στο ζενίθ της.

Υψηλότεροι τίτλοι αντισωμάτων

Οπως φάνηκε, οι τίτλοι αντισωμάτων ήταν υψηλότεροι κατά τη γέννα στις εμβολιασμένες μητέρες και στο αίμα του ομφαλίου λώρου τους σε σύγκριση με τους τίτλους αντισωμάτων των συμμετεχουσών που είχαν μολυνθεί με SARS-CoV-2. Μετά από δύο μήνες το 98% των μωρών (συγκεκριμένα 48 από τα 49) που είχαν γεννηθεί από εμβολιασμένες γυναίκες εμφάνιζαν ανιχνεύσιμα επίπεδα IgG αντισωμάτων, του πιο κοινού τύπου αντισωμάτων που ανιχνεύονται στο αίμα. Η εξέταση στους έξι μήνες σε 28 από αυτά τα βρέφη έδειξε ότι το 57% (16 από τα 28) συνέχιζαν να διαθέτουν ανιχνεύσιμα IgG αντισώματα. Την ίδια στιγμή μόλις το 8% (1 στα 12) μωρά που είχαν γεννηθεί από γυναίκες που είχαν νοσήσει με COVID-19 κατά την εγκυμοσύνη διέθετε ανιχνεύσιμα προστατευτικά αντισώματα.

Τουλάχιστον εξάμηνη διάρκεια αντισωμάτων

«Παρότι παραμένει ακόμη ασαφές πόσο υψηλός πρέπει να είναι ο τίτλος των αντισωμάτων ώστε να είναι πλήρως προστατευμένο ένα βρέφος από την COVID-19, γνωρίζουμε ότι τα επίπεδα αντισωμάτων IgG ενάντια στην πρωτεΐνη-ακίδα σχετίζονται με προστασία από σοβαρή νόσο» ανέφερε η Εντρια Εντλόου, ειδική στη Μαιευτική-Γυναικολογία στο MGH, διευθύντρια του Εργαστηρίου Edlow στο Κέντρο Vincent για την Αναπαραγωγική Βιολογία και εκ των κύριων συγγραφέων της νέας μελέτης και προσέθεσε: «Η διάρκεια της αντισωματικής απόκρισης δείχνει ότι ο εμβολιασμός όχι μόνο προσφέρει διαρκή προστασία στις μητέρες αλλά και ότι τα αντισώματα εμφανίζουν διάρκεια στην πλειονότητα των βρεφών επί τουλάχιστον έξι μήνες. Ελπίζουμε τα ευρήματα αυτά να αποτελέσουν περαιτέρω κίνητρο για τις εγκύους ώστε να εμβολιαστούν, ειδικά τώρα με την ανάδυση νέων παραλλαγών του ιού που προκαλούν ανησυχία όπως η Ομικρον».

Απαραίτητος ο εμβολιασμός των εγκύων για ενίσχυση της άμυνας των μωρών τους

Οι έγκυοι αντιμετωπίζουν πολύ αυξημένο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών από την COVID-19, σημείωσε από την πλευρά της η Γκαλίτ Αλτερ, καθηγήτρια Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και από τα κύρια μέλη του Ινστιτούτου Ragon του MGH, του ΜΙΤ και του Χάρβαρντ, επίσης εκ των κύριων συγγραφέων της μελέτης. «Με δεδομένη μάλιστα την καθυστέρηση ανάπτυξης εμβολίων ενάντια στην COVID-19 για τα βρέφη, τα στοιχεία αυτά πρέπει να κινητοποιήσουν τις μητέρες ώστε να εμβολιαστούν ή και να λάβουν ενισχυτική δόση κατά την εγκυμοσύνη ώστε να ενισχύσουν τις άμυνες των μωρών τους ενάντια στον SARSCoV-2» κατέληξε η δρ Αλτερ.

 

40% μεγαλύτερος κίνδυνος επιπλοκών για τις ανεμβολίαστες εγκύους

Ξεχωριστή αμερικανική πολυκεντρική μελέτη με επικεφαλής ειδικούς του Πανεπιστημίου Utah Health που επίσης δημοσιεύεται στο JAMA καταδεικνύει τη σημασία του εμβολιασμού για τις εγκύους αφού, με βάση τα ευρήματά της, οι έγκυοι που μολύνονται με SARS-CoV-2 έχουν 40% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν επιπλοκές ή να χάσουν τη ζωή τους σε σύγκριση με όσες δεν έχουν μολυνθεί με τον ιό.

Πολυκεντρική μελέτη

Προκειμένου να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους οι ερευνητές ανέλυσαν ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους 14.104 εγκύων που παρακολουθήθηκαν σε 17 ιατρικά κέντρα των ΗΠΑ. Περί τις 2.350 γυναίκες διαγνώσθηκαν θετικές στον SARS-CoV-2 κατά την εγκυμοσύνη ή μέσα σε έξι εβδομάδες από τη γέννα. Ποσοστό μεγαλύτερο του 13% αυτών των γυναικών παρουσίασαν επιπλοκές κατά την εγκυμοσύνη σε σύγκριση με 9% των γυναικών που δεν μολύνθηκαν με τον ιό. Κατά τη διάρκεια της μελέτης κατεγράφησαν και πέντε θάνατοι εγκύων – στο σύνολό τους αφορούσαν γυναίκες που είχαν μολυνθεί με τον SARS-CoV-2.

Μεταξύ των κύριων ευρημάτων της μελέτης ήταν ότι:

  • Οι έγκυοι με μέτρια ως σοβαρά συμπτώματα COVID-19 είχαν περί τις τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες σοβαρών επιπλοκών (όπως εκλαμψία, πολύ υψηλή αρτηριακή πίεση, νεφρική ανεπάρκεια, σηψαιμία) κατά την κύηση σε σύγκριση με όσες είχαν ήπια συμπτώματα ή ήταν ασυμπτωματικές.
  • Η λοίμωξη με τον SARS-CoV-2 φάνηκε να σχετίζεται σημαντικά με προώρη γέννα και ανάγκη εισαγωγής μητέρας και βρέφους σε ΜΕΘ.
  • Οι γυναίκες που διαγνώσθηκαν θετικές στην COVID-19 και στη συνέχεια εμφάνισαν επιπλοκές της κύησης ήταν πιθανότερο να έχουν Δείκτη Μάζας Σώματος 30 και άνω (παχυσαρκία).
  • Οι έγκυοι με μέτρια ως σοβαρά συμπτώματα COVID-19 εμφάνιζαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο να χρειαστούν καισαρική σε σύγκριση με όσες δεν μολύνθηκαν από τον SARS-CoV-2 (45,4% έναντι 32,4%).

Επιπλοκές κυρίως στις εγκύους με μέτρια ως σοβαρά συμπτώματα

«Η μελέτη μας είναι μεταξύ των πρώτων που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η λοίμωξη με SARSCoV-2 μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών της εγκυμοσύνης. Για αυτό και χρειάζεται να διασφαλίσουμε ότι οι έγκυοι θα εμβολιαστούν» σημείωσε η Τόρι Μετζ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Μαιευτικής-Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Utah Health που ηγήθηκε της πολυκεντρικής μελέτης και συμπλήρωσε ότι «οι επιπλοκές της κυήσεως που καταγράψαμε αφορούσαν κατά κύριο λόγο τις γυναίκες με μέτρια ως σοβαρά συμπτώματα COVID-19. Γνωρίζουμε ότι ο εμβολιασμός προλαμβάνει τα σοβαρά συμπτώματα της νόσου – έτσι αυτό είναι άλλο ένα κομμάτι του παζλ που μπαίνει στη θέση του και πρέπει να ενθαρρύνει τις εγκύους να εμβολιαστούν».