Μια νέα μελέτη που ανέλυσε ένα μεγάλο και αντιπροσωπευτικό δείγμα του αμερικανικού πληθυσμού υποδεικνύει ότι η οικογενειακή ζωή συνδέεται με συγκεκριμένα ορμονικά προφίλ στους άνδρες. Τι συμβαίνει με τους μπαμπάδες;
Διαβάστε επίσης: Μπαμπάς: Καθορίζει αν θα έρθει το μωρό υγιές και στην ώρα του;
Η έρευνα, που τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Psychoneuroendocrinology, διαπίστωσε ότι οι άνδρες που ζουν με σύντροφο και παιδιά σχολικής ηλικίας τείνουν να έχουν χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης σε σχέση με τους ανύπαντρους άνδρες ή τους άνδρες που έχουν συντρόφους αλλά δεν έχουν παιδιά.
Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι οι ορμονικές προσαρμογές στη σχέση με την πατρότητα πιθανότατα συνεχίζονται πέρα από τα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας, αν και αυτές οι αλλαγές δεν φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο ιατρικά ανησυχητικών ελλείψεων ορμονών.
Μπαμπάδες και βιολογία
Οι βιολογικοί ανθρωπολόγοι μελετούν εδώ και δεκαετίες τη σχέση μεταξύ ανδρικών ορμονών και συμπεριφοράς. Μια επικρατούσα θεωρία υποστηρίζει ότι οι άνδρες διαθέτουν περιορισμένους βιοενεργειακούς πόρους, τους οποίους πρέπει να κατανείμουν μεταξύ της προσπάθειας εύρεσης συντρόφου και της ανατροφής των απογόνων. Υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης, σε βιολογικό επίπεδο, συνδέονται γενικά με προσπάθειες ζευγαρώματος και ανταγωνισμό με άλλους άνδρες.
Αντίθετα, τα χαμηλότερα επίπεδα φαίνεται ότι διευκολύνουν φροντιστικές συμπεριφορές και μακροχρόνιους δεσμούς. Αυτό το θεωρητικό πλαίσιο υποδηλώνει ότι όταν ένας άνδρας εισέρχεται σε μια σταθερή σχέση ή γίνεται πατέρας, η βιολογία του αλλάζει για να υποστηρίξει αυτούς τους νέους ρόλους.
Παλιότερες μελέτες έχουν δείξει πτώσεις της τεστοστερόνης στους άνδρες κατά τη μετάβαση στο γάμο και ξανά όταν γίνονται πατέρες νεογνών. Ωστόσο, η πλειονότητα αυτών των ερευνών επικεντρώθηκε στα πολύ πρώτα στάδια της πατρότητας.
Μπαμπάδες και τεστοστερόνη
Η έρευνα διεξήχθη για να διαπιστωθεί, επίσης, αν τα χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης που σχετίζονται με την πατρότητα συνεχίζονται όταν οι άνδρες ζουν με μεγαλύτερα παιδιά. Αναλύθηκαν δεδομένα από τρεις περιόδους συλλογής μεταξύ 2011 και 2016, με συνολικό δείγμα 4.903 ανδρών ηλικίας 20 έως 60 ετών από τις ΗΠΑ.
Οι άνδρες κατηγοριοποιήθηκαν ανάλογα με την οικογενειακή τους κατάσταση και τη συγκατοίκηση με παιδιά, διακρίνοντας μεταξύ αυτών που ζουν με παιδιά ηλικίας 5 ετών και κάτω και αυτών που ζουν με παιδιά 6 έως 17 ετών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνδρες σε σχέση έχουν γενικά χαμηλότερη τεστοστερόνη από τους ανύπαντρους άνδρες χωρίς παιδιά, γεγονός που συμφωνεί με προηγούμενες μελέτες.
Ένα πιο νέο εύρημα αφορά στην ηλικία των παιδιών στο σπίτι και αυτό δείχνει πως οι άνδρες που ζουν με παιδιά σχολικής ηλικίας ή εφήβους έχουν σημαντικά χαμηλότερη τεστοστερόνη από εκείνους που δεν ζουν με παιδιά, με την μεγαλύτερη πτώση να παρατηρείται σε πατέρες με δύο ή περισσότερα παιδιά ηλικίας 6-17 ετών.
Αντίθετα, η κατάσταση για τους γονείς μικρών παιδιών ήταν διαφορετική. Οι άνδρες με βρέφη ή νήπια δεν έδειξαν σημαντική πρόσθετη πτώση σε σχέση με τους συντρόφους χωρίς παιδιά. Στην περίπτωση αυτή, η χαμηλότερη τεστοστερόνη φαινόταν να οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι ήταν σε σχέση.