«Ξαναπαίζουμε για να σε κερδίσω αυτή τη φορά». Αν έχετε ακούσει τη φράση μετά από ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, δεν είστε οι μόνοι. Ο ανταγωνισμός εμφανίζεται νωρίς στη ζωή των παιδιών και συχνά φέρνει τους γονείς μπροστά σε ένα λεπτό ερώτημα: πώς μαθαίνει ένα παιδί να προσπαθεί, να βελτιώνεται και να χαίρεται τη νίκη, χωρίς να πιστεύει ότι το μόνο που μετρά είναι να κερδίζει;

Η επιστήμη της παιδικής ανάπτυξης δείχνει ότι ο ανταγωνισμός δεν είναι από τη φύση του «κακός». Αντίθετα, όταν είναι υγιής, μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρό εργαλείο μάθησης.

Διαβάστε επίσης: Απαισιόδοξα παιδιά: Τα «κλειδιά» για να δουν την άλλη πλευρά…

Τι μαθαίνει ένα παιδί μέσα από τον ανταγωνισμό;

Στα πρώτα σχολικά χρόνια, τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν ότι τα παιχνίδια –και γενικότερα οι κοινωνικές δραστηριότητες– βασίζονται σε κανόνες. Οι κανόνες επιτρέπουν σε όλους να συμμετέχουν και κάνουν το παιχνίδι προβλέψιμο και δίκαιο. Χωρίς αυτούς, η συνεργασία καταρρέει και η διασκέδαση χάνεται.

Παράλληλα, ο ανταγωνισμός δίνει στα παιδιά την ευκαιρία να μάθουν κάτι εξαιρετικά σημαντικό: πώς είναι να κερδίζεις και πώς είναι να χάνεις. Η νίκη δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από υπεροψία, ούτε η ήττα από θυμό ή παραίτηση. Αυτές οι κοινωνικές δεξιότητες καλλιεργούνται σταδιακά και αποτελούν «προπόνηση» για πιο σύνθετες καταστάσεις αργότερα στη ζωή.

Τέλος, μέσα από ανταγωνιστικές δραστηριότητες τα παιδιά έρχονται σε επαφή με την αξία της προσπάθειας. Μαθαίνουν ότι η βελτίωση δεν έρχεται πάντα άμεσα και ότι ακόμα και ένα παιχνίδι που χάνεται μπορεί να αφήσει πίσω του αίσθηση ικανοποίησης, αν το παιδί νιώθει ότι έδωσε τον καλύτερό του εαυτό.

Πότε ο ανταγωνισμός ξεφεύγει;

Το πρόβλημα ξεκινά όταν το παιδί αρχίζει να συνδέει την προσωπική του αξία αποκλειστικά με τη νίκη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιχνίδι παύει να είναι παιχνίδι. Οι κανόνες αλλάζουν διαρκώς, η ήττα δεν γίνεται ανεκτή και η συμμετοχή σε νέες δραστηριότητες αποφεύγεται αν δεν υπάρχει σχεδόν βεβαιότητα επιτυχίας.

Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με τη λογική «πρέπει πάντα να κερδίζω» συχνά δεν νιώθουν ποτέ πραγματικά ικανοποιημένα. Ακόμη και όταν πετυχαίνουν, η αίσθηση της επιτυχίας είναι πρόσκαιρη και ακολουθεί γρήγορα η ανάγκη για την επόμενη νίκη.

Πώς μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν;

Το πρώτο βήμα είναι η συζήτηση. Ένα παιδί που «πρέπει» να κερδίζει μπορεί να φοβάται ότι η ήττα σημαίνει απογοήτευση για τους άλλους ή απώλεια αποδοχής. Η υπενθύμιση ότι όλοι χάνουν κάποιες φορές –και ότι αυτό δεν μειώνει την αξία τους– βοηθά να μπει ο ανταγωνισμός σε πιο ρεαλιστικό πλαίσιο.

Εξίσου σημαντικό είναι να τονίζεται η προσπάθεια και όχι το αποτέλεσμα.  Όταν όμως τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς ότι το παιχνίδι έχει αξία ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, αποκτούν μια πιο υγιή σχέση με την επιτυχία και την αποτυχία.