Τα social media και τα κινητά τηλέφωνα αποτελούν σήμερα σοβαρούς διαταρακτικούς παράγοντες της δια ζώσης επικοινωνίας. Και αυτό ξεκινά από την παιδική ηλικία. Πρόσφατη έρευνα, δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Psychology, δείχνει ξεκάθαρα ότι η -συχνά σχεδόν εθιστική- χρήση του κινητού επηρεάζει άμεσα την ποιότητα των ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων.

Διαβάστε επίσης: Τι είδους υποστήριξη χρειάζεται το παιδί από εμάς;

Η καταναγκαστική μας σχέση με αυτές τις συσκευές αποσπά την προσοχή μας, εμποδίζοντάς μας να ακούμε πραγματικά και να διατηρούμε ουσιαστικές συζητήσεις.

Πώς επηρεάζονται τα παιδιά από τα social media;

Μελέτες έχουν δείξει ότι ακόμη και η απλή παρουσία ενός κινητού τηλεφώνου, ακόμη κι αν είναι στο αθόρυβο, διχάζει την προσοχή των συνομιλητών. Μειώνει την πιθανότητα να ξεκινήσουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις και να μοιραστούν σκέψεις σε βάθος, καθώς οι συμμετέχοντες ασυνείδητα περιμένουν ότι η συσκευή μπορεί να «ζητήσει» την προσοχή του κατόχου της ανά πάσα στιγμή.

Έτσι, συχνά επιλέγεται μια επιφανειακή προσέγγιση των θεμάτων, αντί για ουσιαστική διερεύνησή τους. Παιδιά και έφηβοι που μεγαλώνουν σε σπίτια όπου τα οικογενειακά γεύματα έχουν «καταληφθεί» από οθόνες (τηλεόραση, tablet, κινητά) παρουσιάζουν σαφές έλλειμμα στις δεξιότητες επικοινωνίας και συζήτησης.

Δυσκολεύονται να ερμηνεύσουν μη λεκτικά σήματα, ενεργοποιούν λιγότερο τα σημεία του εγκεφάλου που συνδέονται με την ενσυναίσθηση και φοβούνται να εκτεθούν σε πραγματικές, «αμοντάριστες» συζητήσεις.

Ξέρουν να μιλούν, αλλά δυσκολεύονται να κινηθούν άνετα μέσα σε συνθήκες μια απλής αληθινής επικοινωνίας. Με άλλα λόγια, δυσκολεύονται στην ανταλλαγή ιδεών, που είναι αυτή που επέτρεψε στους ανθρώπους να φτάσουν εδώ που έχουν φτάσει, στην τεχνολογική αυτή ανάπτυξη.

Μαθαίνοντας να συζητάμε

Η αρθρωμένη γλώσσα είναι μια έμφυτη, γενετική ανθρώπινη ικανότητα -κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως τόπου γέννησης, μπορεί να μιλήσει. Η καθημερινή συζήτηση μάς έρχεται φυσικά, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια δεξιότητα που διδάσκεται.

Μαθαίνουμε πώς να μπαίνουμε σωστά σε μια συζήτηση, πώς να διατηρούμε φιλικό τόνο και πώς να προσεγγίζουμε δύσκολους διαλόγους με ενσυναίσθηση και διεκδικητικότητα. Η γλώσσα είναι έμφυτη ικανότητα, αλλά η συζήτηση αποκτάται πολιτισμικά.

Αυτό σημαίνει ότι η οικογένεια παίζει καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευση και ανάπτυξη των δεξιοτήτων συζήτησης των παιδιών. Όπως οι οικογένειες μάς παρέχουν ένα είδος οικονομικού κεφαλαίου, έτσι μας προσφέρουν και γλωσσικό κεφάλαιο.

Ένα παιδί μπορεί να «κληρονομήσει» πρόσβαση σε πλούσιο, σύνθετο ή ακόμη και πολυγλωσσικό λεξιλόγιο, ενώ ένα άλλο να περιοριστεί σε απλούστερες γλωσσικές δομές. Το ίδιο ισχύει και για τη σύνταξη. Η επαφή με σύνθετες συντακτικές δομές στην παιδική ηλικία επιτρέπει την ανάπτυξη πιο σύνθετης σκέψης.

Με αντίστοιχο τρόπο, οι οικογένειες μάς προσφέρουν και το κεφάλαιο που σχετίζεται με τη συνομιλία. Όλοι έχουμε παρατηρήσει παιδιά που μπορούν να συζητούν ήρεμα με ενήλικες, ακόμη και με ανθρώπους μεγαλύτερους από τους γονείς τους, ενώ άλλα δυσκολεύονται να απαντήσουν κατάλληλα. Κάποια παιδιά μαθαίνουν να μη διακόπτουν και να περιμένουν τη σειρά τους, ενώ άλλα -και πολλοί ενήλικες- δεν έλαβαν ποτέ αυτή την καθοδήγηση.

Το «αποτύπωμα» της συζήτησής μας

Η εκπαίδευση στη γλώσσα και στη συζήτηση είναι κρίσιμη για πολλούς λόγους. Ο πιο βασικός είναι ότι ο τρόπος που συζητάμε επηρεάζει καθοριστικά το πώς μας αντιλαμβάνονται οι άλλοι.

Οι συζητήσεις μας μας ορίζουν, μας διαμορφώνουν ως άτομα και μπορούν να «χτίσουν» ή να καταστρέψουν κοινωνικές, προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις. Ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ποιότητα των συζητήσεών μας συνδέεται άμεσα με την προσωπική μας ευτυχία και με την κοινωνική και επαγγελματική μας επιτυχία.