Στη δημόσια συζήτηση για τη γονεϊκότητα κυριαρχεί συχνά η ιδέα ότι το καλύτερο που μπορεί να κάνει ένας γονιός είναι να είναι όσο πιο σταθερός, ψύχραιμος και «σωστός» γίνεται. Ωστόσο, η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία δείχνει κάτι πιο σύνθετο: δεν είναι η απουσία λαθών που χτίζει την ψυχική ασφάλεια των παιδιών, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα λάθη αντιμετωπίζονται μέσα στη σχέση.
Οι ερευνητές της θεωρίας της προσκόλλησης εδώ και δεκαετίες τονίζουν ότι οι υγιείς δεσμοί δεν βασίζονται στη διαρκή αρμονία, αλλά στην ικανότητα επανασύνδεσης μετά από ρήξεις. Στην καθημερινή ζωή μιας οικογένειας, αυτές οι «ρήξεις» μπορεί να είναι ένα ξέσπασμα θυμού, μια άδικη αντίδραση ή μια στιγμή συναισθηματικής απόστασης. Αυτό που έχει αναπτυξιακή σημασία δεν είναι ότι συνέβη, αλλά αν ακολουθείται από μια συνειδητή επισκευή.
Διαβάστε επίσης: Παιδιά: Πώς να τα αποφορτίσετε από την τρέλα της εποχής;
Τι σημαίνει «επισκευή» στη σχέση γονέα–παιδιού
Στην ψυχολογία, ο όρος repair περιγράφει τη διαδικασία με την οποία δύο άνθρωποι αναγνωρίζουν μια στιγμή αποσύνδεσης και εργάζονται για να αποκαταστήσουν τη συναισθηματική επαφή. Στο πλαίσιο της γονεϊκότητας, αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι τόσο απλό όσο μια ειλικρινής συγγνώμη, μια επεξήγηση ή μια προσπάθεια να επανέλθει η αίσθηση ασφάλειας.
Για ένα παιδί, το να δει τον γονιό του να αναλαμβάνει ευθύνη έχει βαθιά αναπτυξιακή αξία. Ο εγκέφαλος του παιδιού μαθαίνει ότι οι σχέσεις δεν καταρρέουν όταν γίνονται λάθη, αλλά μπορούν να επανέλθουν. Αυτό μειώνει την τάση για αυτοκατηγορία και καλλιεργεί ένα πιο σταθερό εσωτερικό αίσθημα αξίας.
Λάθη, άγχος και τελειομανία
Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου τα λάθη δεν αναγνωρίζονται ή καλύπτονται, συχνά αναπτύσσουν την ιδέα ότι η αποδοχή εξαρτάται από τη συμπεριφορά τους. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τελειομανία, που συνδέεται στενά με άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση και φόβο αποτυχίας.
Αντίθετα, όταν ένα παιδί βιώνει ότι ακόμη και οι σημαντικοί ενήλικες κάνουν λάθη και τα διορθώνουν, μαθαίνει ότι η αξία του δεν απειλείται από την ατέλεια. Αυτή η γνώση λειτουργεί ως προστατευτικός παράγοντας για τη μελλοντική ψυχική υγεία.
Η νευροβιολογία της επανασύνδεσης
Σε στιγμές έντασης ή σύγκρουσης, το νευρικό σύστημα ενός παιδιού μπορεί να μπει σε κατάσταση απειλής. Η ήρεμη επανασύνδεση μετά από ένα ξέσπασμα – μέσα από λόγια, τόνο φωνής και επαφή – βοηθά στη ρύθμιση αυτής της απόκρισης. Ο εγκέφαλος μαθαίνει ότι η δυσφορία είναι προσωρινή και μπορεί να ακολουθηθεί από ασφάλεια.
Με επαναλαμβανόμενες εμπειρίες τέτοιου είδους, το παιδί αναπτύσσει καλύτερη ικανότητα αυτορρύθμισης και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις συναισθηματικές προκλήσεις.
Η γονεϊκότητα ως ζωντανή σχέση
Η γονεϊκή σχέση δεν είναι ένα σύστημα κανόνων, αλλά μια δυναμική ανθρώπινη σύνδεση. Τα λάθη, οι παρεξηγήσεις και οι στιγμές απώλειας ελέγχου είναι μέρος της.
Αυτό που καθορίζει την ποιότητα της σύνδεσης είναι το αν υπάρχει χώρος για αναγνώριση, αποκατάσταση και επιστροφή στην επαφή.