Ένα δυνατό φτέρνισμα φέρνει συχνά ανακούφιση. Η ένταση που είχε συσσωρευτεί απελευθερώνεται και η αναπνοή γίνεται πιο καθαρή. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα συναισθήματα και το κλάμα, ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία. Τα παιδιά χρειάζονται να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και να τα βιώνουν πλήρως, ιδανικά παρουσία ενός ήρεμου και υποστηρικτικού ενήλικα.

Στην καθημερινότητα, όμως, αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Οι συναισθηματικές εκρήξεις μπορεί να συμβούν σε ακατάλληλες στιγμές, στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας ή για λόγους που στους ενήλικες μοιάζουν ασήμαντοι. Πολλοί γονείς δυσκολεύονται να κατανοήσουν γιατί ένα παιδί κλαίει «χωρίς λόγο» ή νιώθουν ότι δεν έχουν τα ψυχικά αποθέματα να ανταποκριθούν με υπομονή και τρυφερότητα.

Διαβάστε επίσης: 5 +1 αποτελεσματικοί τρόποι για να διαχειριστείτε τα tantrums του παιδιού σας

Κι όμως, η επιστήμη της ανάπτυξης είναι σαφής: το κλάμα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά δεξιότητα υπό διαμόρφωση.

Τα παιδιά μαθαίνουν να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους… νιώθοντάς τα

Η συναισθηματική ρύθμιση δεν διδάσκεται με οδηγίες. Αναπτύσσεται μέσα από την εμπειρία. Για να μάθει ένα παιδί να διαχειρίζεται τον θυμό, τη λύπη ή την απογοήτευση, χρειάζεται πρώτα να τα αναγνωρίσει στο σώμα και στο μυαλό του. Να καταλάβει πώς «μοιάζουν» αυτά τα συναισθήματα και ότι, όσο έντονα κι αν είναι, έχουν αρχή, κορύφωση και τέλος.

Όταν τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να βιώνουν δυνατά συναισθήματα σε ένα ασφαλές περιβάλλον, μαθαίνουν σταδιακά ότι μπορούν να τα αντέξουν. Ότι δεν είναι επικίνδυνα και δεν τα καθορίζουν. Αντίθετα, όταν η έκφραση των συναισθημάτων διακόπτεται συστηματικά —με κριτική, απόρριψη ή αποστασιοποίηση— η μάθηση αυτή μένει ημιτελής.

Τι αποκαλύπτει το κλάμα

Συχνά το κλάμα ενός παιδιού ξεκινά από κάτι μικρό: ένα παιχνίδι που χάλασε, ένα μπισκότο που ήταν μικρότερο από το αναμενόμενο, μια αλλαγή σχεδίων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το συναίσθημα είναι μικρό. Πολύ συχνά, πρόκειται για τη σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι.

Τα παιδιά κουβαλούν μέσα στη μέρα απογοητεύσεις, φόβους, ματαιώσεις και κόπωση που δεν έχουν πάντα τη γλωσσική ή συναισθηματική ωριμότητα να εκφράσουν. Το κλάμα λειτουργεί τότε σαν εκτόνωση μιας συσσωρευμένης έντασης. Όπως ένα φράγμα που ανοίγει, επιτρέποντας στο συναίσθημα να βρει διέξοδο.

Μέσα από αυτές τις στιγμές, μπορεί να αποκαλυφθούν βαθύτερες ανάγκες: δυσκολίες στο σχολείο, αίσθημα αδικίας, ανασφάλεια ή φόβος. Όταν ο ενήλικας παραμένει παρών και ανοιχτός, αποκτά τη δυνατότητα να δει τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια και να ανταποκριθεί με ουσιαστική φροντίδα.

Τα παιδιά δεν μπορούν να αυτορυθμιστούν χωρίς βοήθεια. Χρειάζονται τη λεγόμενη συν-ρύθμιση: έναν ενήλικα που παραμένει ήρεμος, σταθερός και συναισθηματικά διαθέσιμος, ακόμα κι όταν εκείνα κατακλύζονται από ένταση.