Τα τελευταία χρόνια οι γονείς έμαθαν πώς να ανησυχούν για τα συναισθήματα των παιδιών τους. Μάθανε τη γλώσσα τους, προσπάθησαν να είναι καλύτεροι άνθρωποι για εκείνα. Συχνά πλέον ρωτούν για τη μέρα τους και το εννοούν. Έχουν γίνει γονείς ευαίσθητοι στα προβλήματα των παιδιών και συναισθηματικά παρόντες.
Διαβάστε επίσης: 5 σημάδια που μαρτυρούν πως μεγαλώνετε ένα παιδί με… ατσάλινη θέληση
Η νέα γενιά γονιών κάνει ό, τι μπορεί, για να μην κάνει τα λάθη των δικών της γονιών. Και με κάποιον τρόπο, αυτό σε γενικές γραμμές λειτουργεί. Συνήθως, οι έφηβοι ξέρουν ότι ο μπαμπάς και η μαμά προσπαθούν.
Γιατί οι γονείς νιώθουν ότι οι έφηβοι είναι απόμακροι;
Οι γονείς δεν αδιαφορούν. Όμως οι έφηβοι εξακολουθούν να απομακρύνονται. Γιατί; Όσο περισσότερο ελέγχουν οι γονείς τα παιδιά τους, ιδίως στην ηλικία της εφηβείας, τόσο περισσότερο εκείνα απομονώνονται. Οι γονείς έγιναν πολύ καλοί στο να παρακολουθούν τη συναισθηματική ζωή των έφηβων παιδιών τους, αλλά ξέχασαν ότι αυτά χρειάζονται και χώρο για να αναπτύξουν την αίσθηση του εαυτού τους. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει, ενώ είναι συνεχώς πάνω τους, ρωτώντας, ελέγχοντας, διαχειριζόμενοι τα πάντα.
Γιατί η ανησυχία για τα συναισθήματά τους δεν πρέπει να σημαίνει ότι δεν τους δίνουμε καν χώρο να ανακαλύψουν ποιοι γίνονται. Οι περισσότεροι έφηβοι σήμερα δεν δυσκολεύονται επειδή οι γονείς τους δεν νοιάζονται αρκετά. Δυσκολεύονται επειδή προσπαθούν να απαντήσουν σε πολύ βαθύτερες ερωτήσεις, ενώ είναι υπό παρακολούθηση.
Μερικά από τα ερωτήματα των εφήβων είναι τα ακόλουθα: «Ποιος είμαι όταν κανείς δεν με αναλύει;», «Τι θέλω πραγματικά, όχι τι θα κάνει τους γονείς μου να ανησυχήσουν λιγότερο;», «Ποια μέρη του εαυτού μου μπορώ να εξερευνήσω, χωρίς να χρειάζεται να δώσω εξηγήσεις;», «Ποιος είμαι ελεύθερος να γίνω, όταν δεν διαχειρίζομαι τα συναισθήματα κάποιου άλλου;». Αυτές οι ερωτήσεις δεν απαντιούνται στα παιδιά, όταν τα ελέγχουμε διαρκώς. Δεν λύνονται όταν ρωτάμε «Είσαι καλά;» για τρίτη φορά μέσα στη μέρα. Απαντιούνται στην ιδιωτικότητα του παιδιού. Και η δική μας ανησυχία έχει αφήσει ελάχιστο χώρο γι’ αυτό.
Οι γονείς πάνε στο άλλο άκρο
Ως γονείς, μας έμαθαν ότι η συναισθηματική απόσταση μας ζημίωσε, οπότε πάμε στην αντίθετη άκρη. Μείναμε κοντά. Μείναμε ενημερωμένοι. Μείναμε αφοσιωμένοι. Και όταν ο έφηβος σιωπά, πανικοβαλλόμαστε. Ρωτάμε περισσότερα. Ελέγχουμε πιο συχνά. Αναλύουμε τη διάθεσή του. Όλα από αγάπη και από φόβο να μην επαναλάβουμε τα δικά μας παιδικά τραύματα.
Αλλά αυτό δημιούργησε πίεση. Πίεση να μας διαβεβαιώσει ότι είναι καλά πριν καν το ξέρει ο ίδιος. Πίεση να μας δώσει πρόσβαση σε έναν εσωτερικό κόσμο που δεν έχει πλήρως σχηματιστεί. Φανταστείτε να προσπαθεί κάποιος να καταλάβει ποιος είναι, ενώ κάποιος συνεχώς τον ρωτάει αν είναι καλά. Αυτό δεν είναι στήριξη. Αυτό είναι παρακολούθηση. Και οι έφηβοι νιώθουν τη διαφορά.
Γι’ αυτό απομακρύνονται, όχι επειδή δεν εμπιστεύονται τους γονείς, αλλά επειδή η συνεχής συναισθηματική εγρήγορση καθιστά αδύνατο να σκεφτούν ελεύθερα. Κάθε ήσυχη στιγμή διακόπτεται από ανησυχία. Κάθε κλειστή πόρτα δέχεται ένα χτύπημα. Κάθε αλλαγή διάθεσης αναλύεται. Έτσι απομακρύνονται. Όχι επειδή οι γονείς απέτυχαν, αλλά επειδή τα παιδιά χρειάζονται χώρο για να υπάρξουν, χωρίς να παρακολουθούνται.
