Πολλοί γονείς ακούνε συχνά τη φράση: «Αν το παιδί δεν μάθει δεύτερη γλώσσα μικρό, δεν θα τη μάθει ποτέ καλά». Την ίδια στιγμή, πολλοί ενήλικες πείθονται ότι «είναι πια αργά» για να ξεκινήσουν να μαθαίνουν νέες ξένες γλώσσες.
Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η ηλικία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνεται μια γλώσσα, όχι όμως το αν μπορεί τελικά να κατακτηθεί.
Διαβάστε επίσης: Διάβασμα για το σχολείο: Τέλος οι… μάχες μια για πάντα
Ο παιδικός εγκέφαλος και η γλωσσική ευελιξία
Κατά την παιδική ηλικία, ο εγκέφαλος εμφανίζει αυξημένη νευροπλαστικότητα, δηλαδή μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής σε νέα ερεθίσματα. Σε αυτή την περίοδο, τα παιδιά μαθαίνουν γλώσσες κυρίως έμμεσα, μέσα από ακρόαση, μίμηση και καθημερινή αλληλεπίδραση. Δεν χρειάζονται συνειδητή ανάλυση γραμματικών κανόνων. Απορροφούν τα γλωσσικά μοτίβα σχεδόν αυτόματα.
Ιδιαίτερα η προφορά φαίνεται να επηρεάζεται έντονα από την ηλικία πρώτης έκθεσης. Τα παιδιά που έρχονται νωρίς σε επαφή με μια δεύτερη γλώσσα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν προφορά που πλησιάζει εκείνη των φυσικών ομιλητών. Με την πάροδο του χρόνου, ο εγκέφαλος «συντονίζεται» στους ήχους της μητρικής γλώσσας, γεγονός που καθιστά πιο δύσκολη την πλήρη υιοθέτηση νέων φωνολογικών προτύπων.
Ένα ακόμη πλεονέκτημα της παιδικής ηλικίας είναι η απουσία φόβου για το λάθος. Τα παιδιά πειραματίζονται, δοκιμάζουν και μιλούν χωρίς να ανησυχούν ιδιαίτερα για την προφορά, κάτι που διευκολύνει την αυθόρμητη χρήση της γλώσσας.
Τα πλεονεκτήματα του ενήλικου μαθητή
Η εικόνα αλλάζει όταν εξετάζεται η μάθηση στη μεγαλύτερη ηλικία. Οι ενήλικες διαθέτουν πιο ανεπτυγμένες γνωστικές δεξιότητες, όπως λογική σκέψη, αναλυτική ικανότητα και στρατηγικές μνήμης. Μπορούν να κατανοήσουν συνειδητά γραμματικούς κανόνες, να συγκρίνουν γλώσσες και να οργανώσουν συστηματικά τη μελέτη τους.
Αυτό συχνά μεταφράζεται σε ταχύτερη πρόοδο στο λεξιλόγιο, στην κατανόηση κειμένου και στη γραμματική ακρίβεια. Επιπλέον, οι ενήλικες έχουν μεγαλύτερη εμπειρία στον χειρισμό αφηρημένων εννοιών, όπως μεταφορές, ιδιωματισμοί και πολιτισμικές αποχρώσεις της γλώσσας.
Ένα συχνό λάθος είναι η ταύτιση της προφοράς με τη γλωσσική επάρκεια. Η ύπαρξη «ξένης» προφοράς δεν σημαίνει χαμηλότερο επίπεδο γνώσης. Συνήθως αντικατοπτρίζει απλώς την ηλικία στην οποία ξεκίνησε η εκμάθηση.
Ο ρόλος της παρακίνησης
Πέρα από την ηλικία, καθοριστικό ρόλο παίζει το κίνητρο. Άτομα που μαθαίνουν μια γλώσσα επειδή νιώθουν συναισθηματικό δεσμό με τον πολιτισμό της, θέλουν να επικοινωνήσουν με αγαπημένα πρόσωπα ή να ενταχθούν σε μια κοινότητα, τείνουν να επιμένουν περισσότερο και να επιτυγχάνουν υψηλότερα επίπεδα επάρκειας.
Η διάθεση για αποδοχή των λαθών και η αντοχή στην αβεβαιότητα αποτελούν επίσης βασικούς παράγοντες επιτυχίας.
Τελικά, ποιος μαθαίνει «καλύτερα» ξένες γλώσσες;
Τα παιδιά έχουν πλεονέκτημα κυρίως στην προφορά και στη φυσική αφομοίωση των ήχων. Οι ενήλικες υπερέχουν στη συνειδητή, οργανωμένη μάθηση και στη γρήγορη κατανόηση σύνθετων δομών. Η ηλικία επηρεάζει το «πώς», όχι το «αν». Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι πότε ξεκινά κανείς, αλλά αν έχει λόγο να μάθει και αν είναι διατεθειμένος να προσπαθήσει.