Η έννοια της «αρκετά καλής μητέρας» διατυπώθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα, ως αντίδραση στην αυξανόμενη κοινωνική απαίτηση για τέλειους γονείς: πάντα διαθέσιμους, πάντα ψύχραιμους, πάντα σωστούς. Το βασικό επιχείρημα ήταν ριζοσπαστικό για την εποχή και παραμένει επίκαιρο: τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους φροντιστές. Χρειάζονται πραγματικούς ανθρώπους.
Η «αρκετά καλή» γονεϊκότητα (good enough parenting) δεν σημαίνει αδιαφορία ή χαμηλές προσδοκίες. Σημαίνει ότι το παιδί χρειάζεται έναν φροντιστή που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, αλλά δεν το «σώζει» από κάθε μικρή απογοήτευση. Μέσα από αυτές, το παιδί μαθαίνει να εμπιστεύεται τον εαυτό του και να αναπτύσσει ψυχική ανθεκτικότητα.
Διαβάστε επίσης: Η ήσυχη δύναμη του παιχνιδιού: 10 λεπτά μπορούν να σας φέρουν πιο κοντά
Σε αντίθεση με τα άκαμπτα μοντέλα ανατροφής —είτε υπερβολικά αυστηρά είτε υπερβολικά παρεμβατικά— η «αρκετά καλή» προσέγγιση αφήνει χώρο για αυθορμητισμό, σχέση και ατελείς στιγμές. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η αξία της.
Γιατί η «αρκετά καλή» γονεϊκότητα είναι πιο αναγκαία από ποτέ
Σήμερα, η πίεση προς τους γονείς δεν έχει μειωθεί. Έχει ενταθεί. Η γονεϊκότητα εκτίθεται, σχολιάζεται και αξιολογείται διαρκώς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο σχολικό περιβάλλον, ακόμη και στις πιο απλές καθημερινές αλληλεπιδράσεις. Παράλληλα, οι γονείς καλούνται να μεγαλώσουν παιδιά σε ένα περιβάλλον οικονομικής ανασφάλειας, κοινωνικής απομόνωσης, περιβαλλοντικού άγχους και ψηφιακού υπερκορεσμού.
Το παράδοξο είναι ότι οι σύγχρονοι γονείς δεν δυσκολεύονται επειδή αδιαφορούν, αλλά επειδή νοιάζονται υπερβολικά πολύ, συχνά χωρίς επαρκή στήριξη. Η προσδοκία είναι να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι, παιδαγωγικά ενημερωμένοι, ψύχραιμοι, δημιουργικοί και πάντα «ένα βήμα μπροστά».
Τα παιδιά μαθαίνουν από το παράδειγμά μας
Τα παιδιά μαθαίνουν περισσότερα από ό,τι βλέπουν παρά από ό,τι ακούν. Αν θέλουμε να είναι δραστήρια, πρέπει να τα βλέπουν να κινούμαστε εμείς. Αν θέλουμε να σέβονται τους άλλους, πρέπει να βλέπουν ότι και εμείς σεβόμαστε τους γύρω μας.
Οι καθημερινές μας συμπεριφορές, οι λέξεις που χρησιμοποιούμε και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες γίνονται μαθήματα. Με αυτόν τον τρόπο, τα παιδιά καταλαβαίνουν τι σημαίνει υπευθυνότητα, υπομονή, επιμονή και πώς να διαχειρίζονται συναισθήματα όπως η απογοήτευση ή η λύπη.
Τα λάθη είναι φυσιολογικά και αναπόφευκτα στη ζωή ενός γονέα. Το κλειδί είναι να τα αντιμετωπίζουμε με ειλικρίνεια και θετική στάση, να ζητάμε συγγνώμη όταν χρειάζεται και να δείχνουμε στα παιδιά ότι η αξία τους δεν καθορίζεται από τις επιδόσεις τους.
Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν βλέποντας ότι τα λάθη είναι ευκαιρίες για μάθηση και όχι αποτυχία, αναπτύσσουν αυτοπεποίθηση, ανθεκτικότητα και θετική στάση απέναντι στη ζωή. Έτσι μαθαίνουν να προσπαθούν, να διορθώνουν, να ξεκινούν ξανά και να πιστεύουν στον εαυτό τους.
