Tα παιδιά μαθαίνουν πολύ περισσότερο από αυτό που βλέπουν παρά από αυτό που τους λέμε. Η αναπτυξιακή ψυχολογία και η κοινωνική μάθηση έχουν τεκμηριώσει εδώ και δεκαετίες ότι τα παιδιά εσωτερικεύουν πρότυπα συμπεριφοράς μέσα από την παρατήρηση σημαντικών άλλων, κυρίως των γονέων. Ειδικοί περιγράφουν αυτήν τη διαδικασία ως «παρατηρησιακή μάθηση», τονίζοντας ότι οι συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται στο οικογενειακό περιβάλλον τείνουν να μεταφέρονται στις μελλοντικές διαπροσωπικές σχέσεις.

Με άλλα λόγια, οι σχέσεις που ζουν τα παιδιά στο σπίτι λειτουργούν ως «πρωτότυπο» για το πώς μοιάζει η αγάπη, η σύγκρουση, η οικειότητα και ο σεβασμός.

Διαβάστε επίσης: Πώς να κρατήσετε ανοιχτή την επικοινωνία στην προεφηβεία;

Όταν τα παιδιά δεν μαθαίνουν τη διαφορά ανάμεσα στη λειτουργική και τη δυσλειτουργική σύγκρουση

Η σύγκρουση δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας μιας σχέσης. Αντίθετα, αποτελεί φυσικό επακόλουθο της συνύπαρξης δύο ανθρώπων με διαφορετικές ανάγκες και οπτικές. Έρευνες στη συζυγική και οικογενειακή ψυχολογία δείχνουν ότι αυτό που προβλέπει τη σταθερότητα μιας σχέσης δεν είναι η απουσία συγκρούσεων, αλλά ο τρόπος διαχείρισής τους.

Λειτουργική σύγκρουση χαρακτηρίζεται από:

  • σαφή έκφραση συναισθημάτων,

  • σεβασμό,

  • αναζήτηση λύσης και αμοιβαία κατανόηση.

Αντίθετα, η δυσλειτουργική σύγκρουση περιλαμβάνει μοτίβα όπως περιφρόνηση, ειρωνεία, αποστασιοποίηση ή «σιωπηλή τιμωρία». Παιδιά που μεγαλώνουν εκτεθειμένα σε τέτοια μοτίβα τείνουν να τα θεωρούν φυσιολογικά και να τα αναπαράγουν αργότερα.

Η πλήρης αποφυγή συγκρούσεων μπροστά στα παιδιά δεν τα προετοιμάζει για την ενήλικη ζωή. Αυτό που χρειάζονται είναι να βλέπουν διαφωνίες που οδηγούν σε λύση.

Όταν δεν γίνεται ορατή η διαδικασία της αποκατάστασης (repair)

Στη θεωρία προσκόλλησης, η έννοια της «ρήξης και αποκατάστασης» θεωρείται κεντρική για την ανάπτυξη ασφαλών σχέσεων. Τα λάθη και οι εντάσεις είναι αναπόφευκτα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι τι συμβαίνει μετά.

Όταν τα παιδιά βλέπουν μόνο τη σύγκρουση αλλά όχι τη συμφιλίωση, ενδέχεται να συμπεράνουν ότι οι σχέσεις είναι εγγενώς ασταθείς ή επικίνδυνες. Αντίθετα, όταν παρατηρούν συγγνώμη, ανάληψη ευθύνης και επανασύνδεση, μαθαίνουν ότι οι δυσκολίες μπορούν να ξεπεραστούν.

Απλές πράξεις, όπως ένα «συγγνώμη που μίλησα απότομα» ή μια ήρεμη συζήτηση μετά από ένταση, λειτουργούν ως ισχυρά μαθήματα συναισθηματικής ωριμότητας.

Όταν οι γονείς καλύπτουν κάθε ανάγκη

Η ανθεκτικότητα και η αυτορρύθμιση αναπτύσσονται μέσα από την εμπειρία διαχειρίσιμων δυσκολιών. Σύμφωνα με τη σύγχρονη αναπτυξιακή έρευνα, τα παιδιά χρειάζονται υποστήριξη, όχι διαρκή διάσωση.

Όταν οι ενήλικες επιλύουν κάθε πρόβλημα για λογαριασμό του παιδιού, περιορίζουν τις ευκαιρίες του να μάθει:

  • να αντέχει τη ματαίωση,

  • να αναζητά λύσεις,

  • να ζητά βοήθεια με υγιή τρόπο.

Στις μελλοντικές σχέσεις, αυτό μπορεί να μεταφραστεί είτε σε υπερ-εξάρτηση είτε σε ρόλο «σωτήρα».

Όταν οι γονείς ακυρώνουν συστηματικά τον εαυτό τους

Τα παιδιά δεν χρειάζονται γονείς που εξαφανίζονται πίσω από τον ρόλο τους, αλλά ενήλικες που λειτουργούν ως ολοκληρωμένα πρόσωπα με ανάγκες, επιθυμίες και όρια.

Η υγιής αυτοεκτίμηση καλλιεργείται όταν το παιδί βλέπει ότι:

  • η φροντίδα του εαυτού είναι θεμιτή,

  • τα όρια γίνονται σεβαστά,

  • η προσωπική ταυτότητα συνυπάρχει με τη φροντίδα των άλλων.

Έτσι μαθαίνει ότι η αγάπη δεν προϋποθέτει αυτοθυσία μέχρι εξάντλησης.

Όταν κανονικοποιούνται οι ανισορροπίες στο συναισθηματικό φορτίο

Τα παιδιά παρατηρούν ποιος φροντίζει τη συναισθηματική ατμόσφαιρα του σπιτιού, ποιος κάνει τις περισσότερες υποχωρήσεις και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη σύνδεση.

Η χρόνια ανισορροπία —όπου ένας γονέας κουβαλά σχεδόν όλο το συναισθηματικό βάρος— μπορεί να γίνει εσωτερικευμένο πρότυπο για το τι θεωρείται «φυσιολογικό» σε μια σχέση.

Η έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά ωφελούνται περισσότερο όταν βλέπουν συνεργατικά μοντέλα σχέσεων, όπου η ευθύνη και η φροντίδα μοιράζονται.