Μία μαμά μπορεί να συγχρονίσει το μυαλό της με αυτό του παιδιού της; Βέβαια και μπορεί και μάλιστα πολύ καλύτερα, όταν παίζουν μαζί σε οποιαδήποτε γλώσσα. Όταν οι εγκέφαλοι δύο ανθρώπων γενικότερα συγχρονίζονται ή είναι «σε αρμονία», είναι δυνατόν να ενισχυθεί η συναισθηματική σύνδεση, να βελτιωθεί η επικοινωνία και να ευθυγραμμιστεί η προσοχή των συμμετεχόντων. Φανταστείτε τώρα τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη σχέση μαμάς-παιδιού.
Διαβάστε επίσης: Πεισματάρικο παιδί: Πώς να του φερθείτε;
Εγκέφαλος και νευρωνική συγχρονικότητα
Νευρωνική συγχρονικότητα είναι η ταυτόχρονη δραστηριότητα των νευρωνικών δικτύων στους εγκεφάλους ανθρώπων που αλληλεπιδρούν κοινωνικά, για παράδειγμα όταν μιλούν, μαθαίνουν, τραγουδούν ή συνεργάζονται.
Η νευρωνική συγχρονικότητα θεωρείται σημαντική για την υγιή σύνδεση μεταξύ γονέων και παιδιών. Δεδομένα νέας σχετικής βρετανικής έρευνας δείχνουν ότι αυτή η δυνατότητα συγχρονισμού δεν «χάνεται στη μετάφραση».
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι εγκέφαλοι των δίγλωσσων μητέρων και των παιδιών τους παραμένουν εξίσου «σε συγχρονισμό», ανεξάρτητα από το αν παίζουν στη μητρική γλώσσα της μητέρας ή σε μια δεύτερη γλώσσα. Τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Cognition.
Μαμά και σύνδεση με το παιδί σε δίγλωσσες οικογένειες
Αυτό το εύρημα είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί υποδηλώνει ότι η χρήση δεύτερης γλώσσας δεν διαταράσσει τη σύνδεση εγκεφάλου με εγκέφαλο που υποστηρίζει τη σύνδεση και την επικοινωνία.
Πολλά παιδιά στον κόσμο μεγαλώνουν σε οικογένειες όπου μιλιούνται περισσότερες από μία γλώσσες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνες, στην ΕΕ το ποσοστό τέτοιων «μεικτών νοικοκυριών» αυξήθηκε από 8% σε 15,6% μεταξύ 2014 και 2023. Τα κοινωνικά, γνωστικά και ακαδημαϊκά οφέλη του να μεγαλώνει κανείς με περισσότερες από μία γλώσσες είναι προφανή.
Ωστόσο, οι ερευνητές ήθελαν να εξετάσουν αν η πολυγλωσσία μπορεί να αποτελεί εμπόδιο για την επικοινωνία και τη σύνδεση γονέα-παιδιού, καθώς ακόμη και οι έμπειροι ομιλητές μιλούν συχνά πιο αργά σε δεύτερη γλώσσα, με περισσότερες παύσεις και διορθώσεις, ιδιαίτερα σε συναισθηματικά φορτισμένα ή γνωστικά απαιτητικά περιβάλλοντα.
Τι έδειξε η έρευνα
Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε 15 οικογένειες στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τα παιδιά ηλικίας 3-4 ετών είχαν μεγαλώσει δίγλωσσα. Η αγγλική δεν ήταν η πρώτη γλώσσα των μαμάδων, αλλά την είχαν μάθει σε καλό επίπεδο.
Κάθε ζευγάρι μητέρας-παιδιού κάθισε σε ένα τραπέζι με παιχνίδια. Ζητήθηκε να παίξουν φυσικά, σύμφωνα με ένα από τρία σενάρια με τυχαία σειρά: μαζί στη μητρική γλώσσα στο σπίτι, μαζί αποκλειστικά στα αγγλικά ή σιωπηρά και ανεξάρτητα με οθόνη ανάμεσά τους.
Οι μετρήσεις έδειξαν στατιστικά σημαντική νευρωνική συγχρονικότητα σε κάθε ζευγάρι μητέρας-παιδιού, η οποία ήταν ισχυρότερη κατά το διαδραστικό παιχνίδι σε σχέση με το ανεξάρτητο παιχνίδι. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, ο συγχρονισμός ήταν ιδιαίτερα ισχυρός στην περιοχή του εγκεφάλου, που σχετίζεται με λήψη αποφάσεων, τον σχεδιασμό, τον συλλογισμό και τα συναισθήματα, ενώ ήταν πιο αδύναμος στις περιοχές του εγκεφάλου, που ρυθμίζουν την κοινωνική γνωστική λειτουργία και την προσοχή.
Μαμά και παιδί σε εγκεφαλική αρμονία σε κάθε γλώσσα
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο συγχρονισμός των εγκεφάλων ήταν εξίσου ισχυρός όταν οι συμμετέχοντες έπαιζαν στα αγγλικά, όπως όταν έπαιζαν στη μητρική γλώσσα της μητέρας.
Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η χρήση δεύτερης γλώσσας δεν εμποδίζει τη μητέρα να συγχρονίσει τη δραστηριότητα του εγκεφάλου της με αυτή του παιδιού κατά τη διάρκεια διαδραστικού παιχνιδιού. Τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν ότι η πολυγλωσσία μπορεί να υποστηρίξει την υγιή επικοινωνία και τη μάθηση, αντί να αποτελεί εμπόδιο.
