Μπορεί να το πεις μία φορά. Μπορεί να το πεις δέκα. Μπορεί να το πεις και 743 φορές μέσα στην ίδια μέρα. Η αλήθεια είναι μία: δεν γίνεται να «κακομάθεις» ένα παιδί με υπερβολική αγάπη. Αντίθετα, το βοηθάς να χτίσει κάτι πολύ πιο σημαντικό από καλή συμπεριφορά ή αυτοπεποίθηση: μια βαθιά, σταθερή αίσθηση αξίας. Όταν ένα παιδί ακούει συχνά το «σ’ αγαπώ», ο εγκέφαλός του καταγράφει ένα πολύτιμο μήνυμα: «Είμαι σημαντικός. Αξίζω αγάπη. Μπορώ να είμαι ο εαυτός μου και να παραμένω αγαπητός».

Αυτό το μήνυμα επηρεάζει τα πάντα:

  • τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους,

  • το πώς διαχειρίζεται την απογοήτευση,

  • την αυτοεικόνα του,

  • ακόμη και την ικανότητά του να ρυθμίζει το άγχος του.

Διαβάστε επίσης: Ευγνωμοσύνη: Μεγαλώνοντας παιδιά με «γεμάτη» καρδιά

Το «σ’ αγαπώ» μπορεί να είναι διαφορετικό για κάθε παιδί

Στην αναπτυξιακή ψυχολογία, η συναισθηματική διαθεσιμότητα του γονέα θεωρείται θεμέλιο της ψυχικής υγείας του παιδιού. Η θεωρία του δεσμού (attachment theory), που ανέπτυξε ο John Bowlby και εμβάθυνε η Mary Ainsworth, έδειξε πως τα παιδιά δεν χρειάζονται μόνο τροφή, προστασία και φροντίδα. Χρειάζονται έναν ενήλικα που να λειτουργεί ως «ασφαλής βάση»: κάποιον που τα καθησυχάζει, τα καταλαβαίνει, τα αποδέχεται.

Οι περισσότεροι γονείς θέλουν να είναι δίκαιοι. Κι αυτό είναι φυσικό. Όμως η δικαιοσύνη μέσα στην οικογένεια δεν σημαίνει απαραίτητα απόλυτη ομοιότητα. Τα παιδιά χρειάζονται ίση αγάπη, όχι ίδια μεταχείριση.

Γιατί; Επειδή δεν είναι ίδια.

Το ένα παιδί μπορεί να ηρεμεί με αγκαλιές. Το άλλο να χρειάζεται περισσότερο χώρο. Το ένα να ανθίζει μέσα από τα λόγια επιβράβευσης. Το άλλο μέσα από χρόνο αποκλειστικά μαζί σου. Το ένα να ζητάει τρυφερότητα φανερά. Το άλλο να τη διεκδικεί έμμεσα — μέσα από γκρίνια, αντίδραση ή σιωπή.

Η σύγχρονη παιδοψυχολογία είναι ξεκάθαρη: κάθε παιδί έχει το δικό του ιδιοσυγκρασιακό προφίλ. Η ιδιοσυγκρασία, δηλαδή ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο βιώνει και ανταποκρίνεται στον κόσμο, διαμορφώνεται από νωρίς. Αυτό σημαίνει ότι η γονεϊκή σύνδεση δεν χτίζεται με «μία συνταγή για όλους», αλλά με παρατήρηση, προσαρμογή και σεβασμό.

Η αγάπη δεν ακυρώνει τα όρια, τα κάνει πιο ασφαλή

Ένας από τους πιο συχνούς φόβους των γονιών είναι ο εξής: «Αν είμαι πολύ τρυφερός, μήπως το παιδί γίνει απαιτητικό; Μήπως μάθει να περιμένει τα πάντα;»

Η απάντηση είναι όχι, εφόσον η αγάπη συνυπάρχει με όρια.

Η υπερβολική επιείκεια δεν είναι το ίδιο με τη συναισθηματική ζεστασιά. Ένα παιδί δεν «κακομαθαίνει» όταν ακούει «σ’ αγαπώ». Μπορεί, όμως, να δυσκολευτεί όταν δεν υπάρχουν σαφή πλαίσια. Στην πραγματικότητα, τα παιδιά ευημερούν περισσότερο όταν μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου συνυπάρχουν δύο βασικά στοιχεία:

  • ζεστασιά και αποδοχή,
  • σταθερότητα και όρια.

Δηλαδή:

«Σ’ αγαπώ πολύ. Και γι’ αυτό θα σε προστατεύσω.»

«Καταλαβαίνω ότι θύμωσες αλλά δεν θα σου επιτρέψω να χτυπήσεις τον αδερφό σου.»

«Είμαι εδώ για σένα αν θες να κλάψεις. Αλλά η ώρα του ύπνου παραμένει η ίδια.»

Αυτό είναι το πιο υγιές γονεϊκό μοντέλο: τρυφερότητα χωρίς ενοχή, όρια χωρίς ψυχρότητα.