Η φράση «βάλε τα δυνατά σου» είναι από τις πιο συνηθισμένες που λέμε σε ένα παιδί πριν από ένα διαγώνισμα, σε έναν φίλο πριν από μια σημαντική απόφαση ή ακόμα και στον εαυτό μας σε μια δύσκολη περίοδο.
Ακούγεται θετική. Όμως ψυχολογικά, μπορεί να μεταφραστεί ως: «Δώσε το 100%. Μην αφήσεις τίποτα ανεκμετάλλευτο. Αν μπορούσες να κάνεις κάτι παραπάνω και δεν το έκανες, τότε δεν προσπάθησες αρκετά.»
Διαβάστε επίσης: 10 ερωτήσεις-αφορμή για συζήτηση με τα παιδιά σας αντί για το «Πώς ήταν το σχολείο;»
Για ένα παιδί που ήδη αγχώνεται αυτό μπορεί να ενεργοποιήσει έναν πολύ αυστηρό εσωτερικό κριτή. Και τότε η προσπάθεια δεν μετριέται πια με βάση το τι είναι ρεαλιστικό, αλλά με βάση ένα σχεδόν αδύνατο ιδανικό.
Η φράση δεν δίνει στο παιδί έναν συγκεκριμένο στόχο. Χωρίς ξεκάθαρα όρια, το παιδί μπορεί να μην ξέρει πότε η προσπάθειά του είναι «αρκετή», γεγονός που συχνά οδηγεί σε χαμηλότερες επιδόσεις από τις αναμενόμενες.
Αντίθετα, η φράση «κάνε ό,τι μπορείς» αφήνει χώρο. Αναγνωρίζει ότι η ζωή δεν συμβαίνει σε κενό. Ότι κάθε μέρα κουβαλάμε κούραση, υποχρεώσεις, συναισθηματική φόρτιση, περιορισμένο χρόνο, διαφορετικές αντοχές.
Με άλλα λόγια, δεν μας ζητά να εξαντληθούμε. Μας ζητά να κινηθούμε μέσα στα πραγματικά μας όρια.
Με άλλα λόγια, η υγιής προσπάθεια δεν είναι πάντα η μέγιστη προσπάθεια. Είναι η βιώσιμη προσπάθεια.
Το παιδί που κλαίει για έναν μέτριο βαθμό
Ένα παιδί διαβάζει για ένα τεστ, προσπαθεί, αλλά παίρνει τελικά έναν μέτριο βαθμό. Και μετά νιώθει ότι απέτυχε. Όχι απαραίτητα επειδή δεν κατάλαβε την ύλη, αλλά επειδή σκέφτεται:
«Αν είχα διαβάσει άλλες δύο ώρες… αν είχα κοιμηθεί λιγότερο… αν είχα πιεστεί κι άλλο… ίσως να έπαιρνα άριστα.»
Εκεί ακριβώς το «δεν έκανα το καλύτερo που μπορούσα» μετατρέπεται σε ενοχή.
Όμως ένα παιδί δεν χρειάζεται να μαθαίνει ότι η αξία του αποδεικνύεται μέσω εξάντλησης. Χρειάζεται να μαθαίνει ότι η προσπάθεια συνυπάρχει με τη φροντίδα του εαυτού του.
Γιατί τότε ο βαθμός –όποιος κι αν είναι– δεν γίνεται απόδειξη ανεπάρκειας. Γίνεται αποτέλεσμα μιας ισορροπημένης προσπάθειας, όπου το παιδί σεβάστηκε και τις ανάγκες του σώματος και του μυαλού του.
Στη ζωή δεν μπορούμε να δίνουμε 100% στο διάβασμα, 100% στον ύπνο, 100% στη δουλειά, 100% στις σχέσεις, 100% στην άσκηση, 100% στην ψυχική μας ηρεμία, όλα μαζί, την ίδια στιγμή.
Κάποιες ανάγκες συγκρούονται μεταξύ τους. Και αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι η πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής.
Γι’ αυτό το «κάνε ό,τι μπορείς» δεν είναι χαμηλός στόχος. Δεν είναι παραίτηση. Είναι μια ώριμη, ψυχολογικά υγιής στάση που λέει:
«Θα προσπαθήσω, αλλά χωρίς να χάσω τον εαυτό μου στην προσπάθεια. Κάνω αυτό που μπορώ, μέσα στις πραγματικές συνθήκες της ζωής μου».
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά «μαθήματα» που μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά μας και στον εαυτό μας.
