Η ενσυναίσθηση είναι μία από τις πιο ισχυρές δυνάμεις στη σχέση γονιού-παιδιού. Όταν ένα παιδί νιώθει απογοήτευση ή περνάει μια δύσκολη στιγμή, η σωστή αντίδραση από τους γονείς μπορεί να κάνει τη διαφορά. Η ενσυναίσθηση επιτρέπει στους γονείς να κατανοήσουν τα συναισθήματα του παιδιού και να του προσφέρουν την υποστήριξη που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει τις αναποδιές της ζωής.
Διαβάστε επίσης: Τα κορίτσια παίρνουν καλύτερους βαθμούς από τα αγόρια…κι όμως αυτό δεν είναι αρκετό
Όταν οι γονείς δείχνουν συμπόνια, μπορεί ναι μεν να δικαιολογούν τη συμπεριφορά του παιδιού, αλλά να μην το καθοδηγούν σωστά. Για παράδειγμα, αν το παιδί κάνει μια επιθετική κίνηση ή έχει μια εκρηκτική αντίδραση, οι γονείς με συμπόνια μπορεί να πουν: «Το καημένο το παιδάκι μου, δεν έχει φάει πρωινό» ή «Το έκανε γιατί το άλλο το παιδί το ξεκίνησε». Αυτές οι αντιδράσεις, αν και προκύπτουν από καλές προθέσεις, δεν εστιάζουν στην ουσία της κατάστασης και δεν βοηθούν το παιδί να μάθει να αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πράξεις του.
Αντίθετα, η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει την κατανόηση των συναισθημάτων του παιδιού, ενώ ταυτόχρονα «διορθώνει» τη συμπεριφορά του με σεβασμό και σαφήνεια. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί είναι θυμωμένο, ο γονιός μπορεί να πει: «Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένος, αλλά δεν είναι αποδεκτό να πετάς τα πράγματα. Πάρε το μπουκάλι σου και βαλ’ το στη θέση του». Αυτή η προσέγγιση αναγνωρίζει τα συναισθήματα του παιδιού, αλλά ταυτόχρονα το καθοδηγεί να βελτιώσει τη συμπεριφορά του.
Η ενσυναίσθηση στην πράξη
Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί νιώθει απογοήτευση πριν από μια κοινωνική εκδήλωση, όπως ένα πάρτι. Δεν αισθάνεται καλά με τον εαυτό του και αρχίζει να κλαίει, λέγοντας ότι δεν του αρέσουν τα ρούχα που φορά. Αντί να αγνοήσει ή να παραβλέψει τα συναισθήματα του παιδιού, ο γονιός επιλέγει να δείξει ενσυναίσθηση. Ακούει το παιδί με κατανόηση, λέγοντάς του: «Καταλαβαίνω ότι αισθάνεσαι άσχημα. Είναι δύσκολο να νιώθεις έτσι. Η φίλη σου όμως σε κάλεσε στο πάρτι γιατί θέλει να περάσετε καλά μαζί. Θέλεις να αλλάξεις ρούχα ή να πάρεις λίγα λεπτά για να ηρεμήσεις και να σκεφτείς πιο καθαρά;», ύστερα μπορεί να πει: «Ας δούμε αν υπάρχει κάτι άλλο που σου αρέσει να φοράς και που σε κάνει να νιώθεις άνετα;»
Σε κάθε περίπτωση, ο γονιός δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά ή να καταστήσει το παιδί θύμα άλλων, αλλά ούτε το αποφεύγει λέγοντας: «Όλα είναι τέλεια» ή «Δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις έτσι». Αντίθετα, επιλέγει να αποδεχτεί τα συναισθήματα του παιδιού και να του προσφέρει την υποστήριξη που χρειάζεται για να το διαχειριστεί.
Η επίδραση της ενσυναίσθησης
Όταν οι γονείς επιλέγουν την ενσυναίσθηση, τα παιδιά αισθάνονται ασφαλή. Έτσι, εκφράζουν τα συναισθήματά τους ανοιχτά και μαθαίνουν σταδιακά να τα διαχειρίζονται με αυτοπεποίθηση. Παράλληλα, τους δίνεται η ευκαιρία να αναπτύξουν την ανθεκτικότητα και την ικανότητα να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη συμπεριφορά τους, κάτι που είναι κρίσιμο για την ανάπτυξή τους.
Αντί τα παιδιά να υιοθετήσουν μια νοοτροπία θύματος και να περιμένουν να «σωθούν» από τους γονείς, η ενσυναίσθηση τα ενδυναμώνει να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες και να αναπτύξουν τις δεξιότητες που χρειάζονται για να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις της ζωής.
