Επιστήμονες στην Κίνα, μελετώντας παιδιά με αυτισμό, διαπίστωσαν ότι μια μη επεμβατική θεραπεία, η οποία στέλνει μαγνητικούς παλμούς στον εγκέφαλο, οδήγησε σε βραχυπρόθεσμη βελτίωση της επικοινωνίας και των γλωσσικών τους δεξιοτήτων έπειτα από μόλις πέντε ημέρες.

Οι ειδικοί χαρακτήρισαν τα αποτελέσματα «ενθαρρυντικά», τόνισαν όμως ότι τα ευρήματα είναι ακόμη «προκαταρκτικά» και πως η μέθοδος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως «μια πιθανή συμπληρωματική προσέγγιση» στις ήδη υπάρχουσες παρεμβάσεις, όπως η λογοθεραπεία και άλλες εκπαιδευτικές μέθοδοι.

Ο αυτισμός επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν, αλληλεπιδρούν και βιώνουν τον κόσμο γύρω τους. Η διαταραχή επηρεάζει 1 στα 31 παιδιά και 1 στους 45 ενήλικες στις ΗΠΑ.

Πολλά παιδιά στο φάσμα του αυτισμού δυσκολεύονται με την επικοινωνία, με την κατανόηση για παράδειγμα των εκφράσεων του προσώπου, τις εναλλαγές στη συζήτηση, την αντίληψη κοινωνικών σημάτων ή τη σύνδεση με άλλα παιδιά.

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι αυτές οι δυσκολίες αποτελούν «βασικό σύμπτωμα» του αυτισμού και ότι οι διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές παραμένουν περιορισμένες.

Διαβάστε επίσης: Γονείς και παιδιά: 6 συνδετικοί κρίκοι που μας κρατάνε για πάντα ενωμένους

Παιδιά με αυτισμό: Η νέα μέθοδος εγκεφαλικής διέγερσης προσφέρει «συγκρατημένη αισιοδοξία»

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, γνωστής ως «accelerated continuous theta burst stimulation» (a-cTBS), οι γιατροί στόχευσαν στον αριστερό πρωτογενή κινητικό φλοιό — μια περιοχή του εγκεφάλου που συνδέεται όχι μόνο με την κίνηση, αλλά και με τη γλώσσα και ορισμένες πτυχές της κοινωνικής σκέψης.

Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο The BMJ, περιλάμβανε 200 παιδιά με αυτισμό ηλικίας από 4 έως 10 ετών, τα οποία υποβλήθηκαν σε θεραπεία σε τρία νοσοκομεία στην Κίνα. Τα μισά από τα παιδιά παρουσίαζαν επίσης νοητική αναπηρία.

Τα παιδιά χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η μία έλαβε την πραγματική θεραπεία, ενώ η άλλη υποβλήθηκε σε μια εικονική εκδοχή της, σχεδιασμένη ώστε να φαίνεται ακριβώς ίδια.

Τα παιδιά της ομάδας θεραπείας έκαναν 10 σύντομες συνεδρίες την ημέρα για πέντε ημέρες.

Από τα 200 παιδιά που ξεκίνησαν τη μελέτη, τα 193 την ολοκλήρωσαν.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές αξιολόγησαν τις αλλαγές στη συμπεριφορά χρησιμοποιώντας ένα αναγνωρισμένο ερωτηματολόγιο που μετρά την κοινωνική ανταπόκριση. Παράλληλα, εξέτασαν και τις γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών.

Σε σύγκριση με την ομάδα που έλαβε την εικονική θεραπεία, τα παιδιά που υποβλήθηκαν στην πραγματική θεραπεία παρουσίασαν μεγαλύτερη βελτίωση στην επικοινωνία τόσο αμέσως μετά το τέλος της θεραπείας όσο και έναν μήνα αργότερα.

Παρουσίασαν επίσης σημαντικότερη βελτίωση στις γλωσσικές τους δεξιότητες.

Οι παρενέργειες ήταν συχνότερες στην ομάδα θεραπείας, επηρεάζοντας λίγο περισσότερα από τα μισά παιδιά, σε σύγκριση με περίπου 3 στα 10 παιδιά της ομάδας εικονικής θεραπείας. Τα πιο συχνά προβλήματα ήταν η ανησυχία και η δυσφορία στο τριχωτό της κεφαλής, στο σημείο όπου εφαρμοζόταν η συσκευή. Οι ερευνητές ανέφεραν ότι όλες οι παρενέργειες ήταν ήπιες έως μέτριες και υποχώρησαν από μόνες τους.

Η ερευνητική ομάδα ανέφερε ότι τα ευρήματα δείχνουν πως η θεραπεία θα μπορούσε να αποτελέσει μια «εφικτή, αποτελεσματική και εφαρμόσιμη σε ευρεία κλίμακα θεραπευτική επιλογή» για παιδιά με αυτισμό.

Ωστόσο, ανεξάρτητοι ειδικοί εμφανίστηκαν πιο επιφυλακτικοί.

Η καθηγήτρια Dorothy Bishop, ειδική στην αναπτυξιακή νευροψυχολογία στο University of Oxford, δήλωσε ότι το πρόγραμμα της θεραπείας ακούγεται απαιτητικό για μικρά παιδιά — ιδιαίτερα για παιδιά στο φάσμα του αυτισμού, τα οποία συχνά δυσκολεύονται με τις αλλαγές στη ρουτίνα τους.

Εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι ρεαλιστικό να προκύψουν τόσο γρήγορα ουσιαστικές και διαρκείς αλλαγές στην κοινωνική συμπεριφορά.

Ο Δρ David McGonigle, από το Cardiff University, σημείωσε ότι οι βελτιώσεις ήταν στατιστικά σημαντικές αλλά «μέτριες», ενώ αξιολογήθηκαν μόνο σε διάστημα ενός μήνα.

Πρόσθεσε ακόμη ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα πριν η θεραπεία μπορέσει να χρησιμοποιηθεί στην κλινική πράξη.

Τέλος, ακαδημαϊκοί από το Hong Kong ανέφεραν ότι τα ευρήματα προσφέρουν λόγους για «συγκρατημένη αισιοδοξία».

Όπως τόνισαν, η εγκεφαλική διέγερση δεν θα πρέπει να αντικαταστήσει την ψυχοκοινωνική ή εκπαιδευτική υποστήριξη, αλλά ίσως στο μέλλον αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης θεραπευτικής προσέγγισης για παιδιά με αυτισμό που αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην κοινωνική επικοινωνία.