Μια νέα μελέτη που διεξήχθη από ερευνητές του Νοσοκομείου Brigham and Women’s στη Βοστώνη αποκάλυψε πολλαπλές συσχετίσεις μεταξύ της ύπαρξης φαινολικών βιοδεικτών και αλλαγών στα επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών σε γυναίκες οι οποίες είχαν καταφύγει σε κέντρο υποβοήθησης της αναπαραγωγής. Τα νέα ευρήματα που δημοσιεύονται στο επιστημονικό περιοδικό «Toxics» προσφέρoυν καινούργια γνώση σχετικά με το πώς η έκθεση σε περιβαλλοντικά χημικά μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική υγεία.

 

Εντοπισμός δεικτών πρόβλεψης των επιπέδων θυρεοειδικών ορμονών

 

«Πολλές γυναίκες στις μέρες μας εμφανίζουν προβλήματα στον θυρεοειδή. Ετσι θελήσαμε να εντοπίσουμε κάποιους δείκτες πρόβλεψης των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών ώστε να βοηθήσουμε τις γυναίκες να βελτιώσουν την υγεία τους και τη γονιμότητά τους» ανέφερε η κύρια συγγραφέας της μελέτης Λίντια Μίνγκεζ-Αλαρκόν, επίκουρη καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, επιδημιολόγος ειδική στην αναπαραγωγή στο Brigham and Women’s και εκ των επικεφαλής της μελέτης EARTH (Environment and Reproductive Health study).

 

Διαβάστε επίσης: Μαμά: 3 τρόποι για να συνδεθείτε ξανά με τον εαυτό σας

Χημικά σε πλήθος προϊόντων καθημερινής χρήσης

 

Η επανειλημμένη έκθεση σε συγκεκριμένες φαινόλες που εντοπίζονται σε προϊόντα καθημερινής χρήσης όπως τα παιχνίδια, τα αντηλιακά, τα οδοντιατρικά προϊόντα, οι συσκευασίες τροφίμων και τα συντηρητικά των τροφίμων έχει βρεθεί ότι μπορεί να προκαλέσει ορμονικές ανισορροπίες οδηγώντας σε προβλήματα υγείας. Προηγούμενες μελέτες είχαν εξετάσει μεμονωμένα χημικά και την επίδρασή τους στον θυρεοειδή αδένα. Ωστόσο η συνδυαστική επίδραση πολλών φαινολών στο ενδοκρινικό σύστημα – κυρίως σε ό,τι αφορά τη γυναικεία γονιμότητα – δεν είχε αναλυθεί επαρκώς ως σήμερα.

 

Περιβαλλοντικά χημικά «ένοχα» για ορμονική ανισορροπία

 

Η γονιμότητα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση μιας ορμονικής… αρμονίας στο ανθρώπινο σώμα. Οι αλλαγές στα επίπεδα ορμονών μπορούν να οφείλονται σε διαφορετικούς παράγοντες – ένας από τους σημαντικότερους είναι οι εξωγενείς πηγές, όπως τα περιβαλλοντικά χημικά. Ετσι οι ερευνητές του Brigham εξέτασαν την επίδραση ορισμένων από τα πιο κοινά περιβαλλοντικά χημικά τα οποία, σύμφωνα με μελέτες σε μοντέλα ζώων, έχει βρεθεί ότι επηρεάζουν τις θυρεοειδικές ορμόνες.

 

Αξιολόγηση της συνδυαστικής… χημικής επίθεσης

 

Συγκεκριμένα οι επιστήμονες μελέτησαν 339 γυναίκες οι οποίες είχαν καταφύγει σε κλινική γονιμότητας. Μέτρησαν τις συγκεντρώσεις φαινολικών βιοδεικτών στα ούρα τους ενώ ανέλυσαν και δείγματα ορού με στόχο τον εντοπισμό μοριακών δεικτών της θυρεοειδικής λειτουργίας και της θυρεοειδικής αυτοανοσίας. Διαφορετικές στατιστικές μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν για να υπολογιστεί η συνδυαστική επίδραση αυτών των βιοδεικτών στα επίπεδα των ορμονών του θυρεοειδούς. Ηταν σημαντικό ότι αξιολογήθηκε η συνδυαστική επίδραση χημικών στον γυναικείο οργανισμό, καθώς στην καθημερινότητα όλοι μας εκτιθέμεθα σε εκατοντάδες χημικά ταυτοχρόνως.

 

Μεμονωμένα χημικά και ύπαρξη θυρεοειδοπαθειών

 

Οπως επίσης είδαν οι ερευνητές, σε ό,τι αφορούσε μεμονωμένες χημικές ουσίες, η ύπαρξη της δισφαινόλης Α, του methylparaben και του triclosan στα ούρα συνδεόταν με αλλαγές στα επίπεδα ορμονών του θυρεοειδούς – τέτοιες αλλαγές που σε κάποιες περιπτώσεις μαρτυρούσαν την ύπαρξη θυρεοειδοπαθειών, συμπεριλαμβανομένου του υποθυρεοειδισμού. Σημειώνεται ότι όλα αυτά τα χημικά εντοπίζονται σε πλήθος προϊόντων.

 

Μικρότερο απόθεμα ωαρίων

 

«Η μελέτη αυτή είναι μοναδική καθώς επικεντρώνεται σε γυναίκες που εμφανίζουν πρόβλημα γονιμότητας – αυτή η ομάδα γυναικών έχει αποδειχθεί ότι αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο θυρεοειδοπαθειών» τόνισε η δρ Μίνγκεζ-Αλαρκόν και κατέληξε: «Σε προηγούμενη έρευνα στον ίδιο πληθυσμό εθελοντριών στο πλαίσιο της μελέτης EARTH είχαμε ανακαλύψει ότι οι γυναίκες με διακυμάνσεις στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών έχουν μικρότερο απόθεμα ωαρίων. Παρότι απαιτούνται πιο μακροπρόθεσμες μελέτες προκειμένου να επιβεβαιωθούν αυτά τα ευρήματα, η αποτροπή εμφάνισης σημαντικών διακυμάνσεων στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της γυναικείας γονιμότητας».