Πολλοί γονείς ακολουθούν στυλ γονεϊκότητας «τύπου Α» και «τύπου Β». Οι πρώτοι υπερηφανεύονται για την αυστηρή δομή και τη συνεχή οργάνωση, ενώ άλλοι υιοθετούν μια πιο χαλαρή, «ό,τι βγει» προσέγγιση. Όμως υπάρχει και ένας τρίτος τύπος γονέα που κερδίζει διαρκώς έδαφος και δεν χωράει εύκολα σε καμία από τις δύο κατηγορίες. Αυτός δεν είναι άλλος από τον γονέα «τύπου C».

Διαβάστε επίσης: Πώς βοηθάμε το παιδί να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του;

Τι είναι οι γονείς «τύπου C»;

Τι ακριβώς, λοιπόν, ορίζει έναν γονέα «τύπου C»; Και πώς συγκρίνεται αυτή η προσέγγιση με τις άλλες δύο; Ας δούμε, λοιπόν, τι σημαίνει να μεγαλώνει κάποιος τα παιδιά του με αυτή τη νοοτροπία. Ο γονέας αυτός είναι εκείνος που στοχεύει συνειδητά στο «αρκετά καλό», όχι στο τέλειο. Η εν λόγω προσέγγιση αναγνωρίζει ότι τα παιδιά δεν ευδοκιμούν, επειδή όλα κυλούν τέλεια. Ευδοκιμούν επειδή νιώθουν ασφαλή, ότι τα βλέπουν και τα στηρίζουν. Και αυτό ακόμα κι όταν υπάρχει ακαταστασία, είτε στην κουζίνα, είτε στα παιχνίδια, είτε ακόμα και στην ώρα του ύπνου.

Οι γονείς «τύπου C» πιστεύουν στις ρουτίνες και στις προσδοκίες, αλλά κατανοούν ότι η ζωή δεν συνεργάζεται πάντα και ότι μπορεί και να είναι οκ αν κάτι πάει καμιά φορά και λίγο στραβά ή βγει εκτός προγράμματος και κανόνων. Για παράδειγμα, μπορεί το δείπνο να είναι προγραμματισμένο για μια συγκεκριμένη ώρα, αλλά αν ένα παιδί καταρρεύσει μετά από μια δύσκολη μέρα, η σύνδεση έρχεται πρώτη. Ή το αν τα ρούχα μπήκαν στο καλάθι δεν είναι τόσο σημαντικό, όσο μια αγκαλιά που χρειάζεται.

Γονείς και συναισθηματική παρουσία

Η γονεϊκότητα αυτού του τύπου δίνει προτεραιότητα στη συναισθηματική παρουσία και την πρόθεση, όχι στην άψογη εκτέλεση και τον υπερέλεγχο. Ο στόχος για τους συγκεκριμένους γονείς είναι να μεγαλώσουν ανθεκτικά και συναισθηματικά ασφαλή παιδιά. Μιλάμε δηλαδή για μια γονεϊκότητα που δεν είναι ούτε υπερβολικά αυστηρή, ούτε υπερβολικά χαλαρή.

Πώς συγκρίνεται με τη γονεϊκότητα «τύπου Α» και «τύπου Β»;

Ο όρος «τύπος C» εμφανίστηκε επειδή πολλοί γονείς δεν ένιωθαν ότι ταιριάζουν ούτε στον «τύπο Α», ούτε στον «τύπο Β». Οι γονείς «τύπου Α» είναι συνήθως δομημένοι, φιλόδοξοι, οργανωμένοι και επενδύουν, δίνοντας προτεραιότητα στη βελτιστοποίηση χρόνου, αποτελεσμάτων και πόρων. Οι γονείς «τύπου Β» είναι πιο χαλαροί, ευέλικτοι και λιγότερο αγχωμένοι για την ακαταστασία, τα προγράμματα ή τις αλλαγές σχεδίων.

Η πρώτη προσέγγιση μπορεί να κρατάει τα πράγματα σε μία τάξη, αλλά μπορεί και να ξεφύγει σε ακαμψία, υψηλή πίεση και μη ρεαλιστικές απαιτήσεις. Από την άλλη, οι γονείς που ακολουθούν τη χαλαρή γονεϊκότητα, ναι μεν προάγουν την ευελιξία και τη δημιουργικότητα, κάτι που μπορεί να ενισχύσει την ανεξαρτησία του παιδιού, αλλά χωρίς αρκετή δομή, τα παιδιά μπορεί να νιώθουν ανασφάλεια για τα όρια και τις προσδοκίες.

Η γονεϊκότητα «τύπου C» είναι η «χρυσή τομή»

Ένας γονέας «τύπου C» μπορεί να έχει ρουτίνες και συστήματα, αλλά δεν κολλάει σε αυτά όταν δεν εξυπηρετούν το παιδί ή την οικογένεια. Μπορεί και αντέχει την ατέλεια, χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του. Για παράδειγμα, μπορεί να περιμένει τα μαθήματα να γίνουν μέχρι μια συγκεκριμένη ώρα, αλλά αν το παιδί είναι εμφανώς καταβεβλημένο, σταματά και επαναξιολογεί αντί να πιέζει απλώς για να τηρηθεί το πρόγραμμα. Μπορεί να επιτρέψει στο παιδί να επιλέξει τον δικό του τρόπο μελέτης, βοηθώντας έτσι να καλλιεργήσει την ευελιξία και την αυτοδιαχείριση.

Τα οφέλη για τους γονείς «τύπου C»

Τα πιθανά οφέλη αυτού του στυλ γονεϊκότητας -για τους ίδιους τους γονείς- περιλαμβάνουν περισσότερη αυτοσυμπόνια, λιγότερη πίεση να «τα κάνουν όλα» και μικρότερη εξουθένωση. Σε μια κουλτούρα που ασκεί τεράστια πίεση και κριτική στους γονείς -ιδιαίτερα στις μητέρες- να είναι οι καλύτεροι για το παιδί τους, χρειάζεται μια ρεαλιστική στροφή προς τη λογική του «αρκετά καλού». Το μοντέλο «τύπου C» επιτρέπει την αποδοχή της ατέλειας και προάγει την ανθεκτικότητα.