Τα τελευταία χρόνια, η προσέγγιση του gentle parenting έχει κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση γύρω από τη γονεϊκότητα. Η φιλοσοφία της βασίζεται στην ενσυναίσθηση, τον σεβασμό και την κατανόηση των συναισθημάτων του παιδιού. Αντί για αυστηρές τιμωρίες ή αυταρχικές πρακτικές, προτείνει έναν τρόπο ανατροφής όπου ο γονιός εξηγεί τους κανόνες, αναγνωρίζει τα συναισθήματα και αντιμετωπίζει το παιδί ως ένα πλήρες πρόσωπο που αξίζει σεβασμό.

Στη θεωρία, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ελκυστική προσέγγιση. Στην πράξη, όμως, πολλές φορές εφαρμόζεται με τρόπο που απομακρύνεται από την αρχική της φιλοσοφία – κάτι που μπορεί να εξαντλήσει τους γονείς και να μπερδέψει τα παιδιά.

Διαβάστε επίσης: Dad gaps: Τι είναι και γιατί μπλοκάρουν τους μπαμπάδες;

Όταν η κατανόηση αντικαθιστά τα όρια

Η βασική αρχή του gentle parenting είναι ότι τα παιδιά χρειάζονται συναισθηματική επιβεβαίωση. Για παράδειγμα, όταν ένα μικρό παιδί θυμώνει επειδή δεν πήρε το ποτήρι στο χρώμα που ήθελε, το να αναγνωρίσουμε την απογοήτευσή του («Καταλαβαίνω ότι στενοχωρήθηκες») εκπέμπει κατανοήση.

Ωστόσο, αρκετοί γονείς έχουν ερμηνεύσει αυτή την αρχή ως ανάγκη να αποφεύγεται κάθε δυσάρεστο συναίσθημα. Έτσι, η επιβεβαίωση μετατρέπεται σε υποχώρηση: οι κανόνες γίνονται διαπραγματεύσιμοι και κάθε όριο συνοδεύεται από μακροσκελείς εξηγήσεις ή επαναλαμβανόμενες «δεύτερες ευκαιρίες».

Από αναπτυξιακή σκοπιά, όμως, τα μικρά παιδιά δεν διαθέτουν ακόμη την ικανότητα να επεξεργαστούν σύνθετες λογικές εξηγήσεις. Αυτό που τα βοηθά περισσότερο είναι η σαφήνεια και η συνέπεια. Όταν οι κανόνες αλλάζουν ή συζητούνται ατελείωτα, το παιδί δυσκολεύεται να κατανοήσει τι πραγματικά ισχύει.

Η σημασία της δομής

Η ανάγκη για σαφή όρια γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε παιδιά που δυσκολεύονται περισσότερο με την αυτορρύθμιση.

Για αυτά τα παιδιά, η προβλεψιμότητα και οι σταθερές ρουτίνες λειτουργούν καθησυχαστικά. Όταν κάθε κανόνας μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση, η αβεβαιότητα μπορεί να αυξήσει τη δυσκολία τους να ρυθμίσουν τα συναισθήματά τους.

Στην ουσία, η προσέγγιση του gentle parenting λειτουργεί καλύτερα όταν συνδυάζει δύο στοιχεία: ενσυναίσθηση και σαφή όρια. Ένας γονιός μπορεί να αναγνωρίσει την απογοήτευση του παιδιού που πρέπει να κλείσει την τηλεόραση, αλλά ταυτόχρονα να επιμείνει ότι ο χρόνος οθόνης τελείωσε. Η κατανόηση αφορά το συναίσθημα, όχι την αλλαγή του κανόνα.

Δεν υπάρχουν «τέλειοι» γονείς

Ένας ακόμη λόγος που η προσέγγιση αυτή συχνά δυσκολεύει τους γονείς είναι η εικόνα που προβάλλεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί βλέπουμε συχνά γονείς να δίνουν ήρεμες, ιδανικά διατυπωμένες εξηγήσεις στα παιδιά τους σε κάθε δύσκολη στιγμή.

Στην πραγματική ζωή, όμως, οι καθημερινές προκλήσεις –η κούραση, το άγχος, τα πολλαπλά καθήκοντα– κάνουν μια τέτοια «τέλεια» αντίδραση σχεδόν αδύνατη. Η προσπάθεια να ανταποκριθεί κανείς σε αυτό το πρότυπο μπορεί να δημιουργήσει ενοχές και εξάντληση.

Τα παιδιά, ωστόσο, δεν χρειάζονται τέλειους γονείς. Χρειάζονται γονείς παρόντες, σταθερούς και ειλικρινείς, που μπορούν να θέτουν όρια χωρίς να γίνονται σκληροί.

Η καλοσύνη βρίσκεται στον τρόπο που αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα του παιδιού. Η ασφάλεια, όμως, προκύπτει από τη σταθερότητα των κανόνων. Και τελικά, αυτός ο συνδυασμός είναι που βοηθά τα παιδιά να μεγαλώσουν με αυτοπεποίθηση και συναισθηματική ισορροπία.