Για δεκαετίες επικρατούσε η ιδέα ότι οι γονείς και κυρίως οι μητέρες «ξέρουν ενστικτωδώς» τι να κάνουν. Ωστόσο, οι επιστήμονες υποστηρίζουν πλέον ότι η γονεϊκή ικανότητα διαμορφώνεται κυρίως μέσω εμπειρίας, σύνδεσης και επανάληψης.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος πράγματι αλλάζει μετά τη γονεϊκότητα. Έρευνες στη νευροεπιστήμη δείχνουν ότι περιοχές που σχετίζονται με την ενσυναίσθηση, την επαγρύπνηση και τη συναισθηματική επεξεργασία γίνονται πιο ενεργές μετά την απόκτηση παιδιού. Όμως αυτές οι αλλαγές δεν μεταφράζονται αυτόματα σε βεβαιότητα ή αυτοπεποίθηση.
Διαβάστε επίσης: Γιατί οι γονείς συχνά υπερασπίζονται το παιδί που «προσφέρει λιγότερο»;
Αντίθετα, πολλοί γονείς βιώνουν αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν parental ambivalence, τη συνύπαρξη αγάπης, αφοσίωσης, κούρασης, θυμού και φόβου ταυτόχρονα.
Τι είναι αυτό που λέμε ένστικτο;
Το «γονεϊκό» ή «μητρικό ένστικτο» με την παραδοσιακή έννοια ενός αυτόματου, βιολογικού διακόπτη που ενεργοποιείται αμέσως μετά τη γέννηση δεν υπάρχει επιστημονικά. Η επιστήμη δείχνει ότι η φροντίδα, το δέσιμο και η ικανότητα να κατανοούμε τις ανάγκες ενός μωρού δεν είναι μια έμφυτη, μαγική γνώση, αλλά μια διαδικασία μάθησης και προσαρμογής που χτίζεται μέρα με τη μέρα.
Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα;
- Ορμονικές και εγκεφαλικές αλλαγές: Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τον τοκετό, ο εγκέφαλος της μητέρας αναδιοργανώνεται. Ορμόνες όπως η ωκυτοκίνη αυξάνουν την ενσυναίσθηση, την προσοχή και την εγρήγορση.
- Σύνδεση με το χρόνο: Σύμφωνα με έρευνες, πολλές νέες μητέρες δεν νιώθουν άμεση, βαθιά σύνδεση με το μωρό τους τα πρώτα λεπτά ή ημέρες. Ο δεσμός αυτός μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες ή και μήνες για να αναπτυχθεί πλήρως.
- Μάθηση μέσω της τριβής: Η ικανότητα ενός γονέα να ξεχωρίζει το κλάμα της πείνας από το κλάμα του πόνου δεν είναι ένστικτο. Είναι αποτέλεσμα παρατήρησης, δοκιμής και λάθους.
- Ο ρόλος του πατέρα: Η επιστήμη επιβεβαιώνει ότι και οι άνδρες αναπτύσσουν τις ίδιες νευροβιολογικές αποκρίσεις φροντίδας όταν περνούν χρόνο και ασχολούνται ενεργά με το μωρό.
Αυτό που συχνά ονομάζουμε «γονεϊκό ένστικτο» είναι στην πραγματικότητα υποσυνείδητη επεξεργασία δεδομένων. Επειδή ο γονέας περνάει αμέτρητες ώρες με το παιδί, το μυαλό του καταγράφει μικρές λεπτομέρειες (μια αλλαγή στο βλέμμα, στη στάση του σώματος ή στον τόνο της φωνής). Όταν κάτι αλλάζει, ο γονέας νιώθει ότι «κάτι δεν πάει καλά», βασιζόμενος σε αυτή την εμπειρία.
Η πίεση του «τέλειου γονέα» κάνει τα πράγματα χειρότερα
Τα social media έχουν δημιουργήσει μια σχεδόν μη ρεαλιστική εικόνα γονεϊκότητας. Τέλεια σπίτια, οργανωμένες δραστηριότητες, ήρεμα παιδιά και γονείς που μοιάζουν να τα προλαβαίνουν όλα.
Στην πραγματικότητα όμως, η συνεχής προσπάθεια τελειότητας συνδέεται με αυξημένο άγχος, γονεϊκή εξουθένωση και χαμηλότερη συναισθηματική διαθεσιμότητα προς τα παιδιά.
Ο Βρετανός παιδίατρος και ψυχαναλυτής Donald Winnicott είχε εισαγάγει ήδη από τη δεκαετία του ’50 τον όρο «good enough parent» — ο «αρκετά καλός γονιός». Σύμφωνα με τη θεωρία του, τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς. Χρειάζονται ενήλικες που να είναι αρκετά διαθέσιμοι, σταθεροί και συναισθηματικά παρόντες.
Με άλλα λόγια, η ασφάλεια χτίζεται περισσότερο μέσα από τη συνέπεια και την αποκατάσταση των λαθών παρά μέσα από την τελειότητα.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται αλάνθαστους γονείς, χρειάζονται αληθινούς γονείς
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της σύγχρονης ψυχολογίας είναι ότι τα παιδιά δεν «τραυματίζονται» από κάθε λάθος. Αυτό που επηρεάζει περισσότερο την ψυχική τους ανάπτυξη είναι η χρόνια συναισθηματική απόσταση, η αστάθεια ή η έλλειψη ασφάλειας.
Αντίθετα, τα παιδιά ωφελούνται όταν βλέπουν έναν γονιό που:
- αναγνωρίζει τα λάθη του,
- ζητά συγγνώμη,
- προσπαθεί ξανά,
- δείχνει ευαλωτότητα,
- παραμένει διαθέσιμος συναισθηματικά.
Η γονεϊκότητα δεν είναι μια κατάσταση απόλυτης γνώσης. Είναι μια συνεχής σχέση εξέλιξης — και για το παιδί και για τον ενήλικα.