Η Μέγκαν Μαρκλ και η αμφίσημη θέση της απέντι στο sharenting φέρνει καταιγίδα με τους επικριτές της να την κατηγορούν για «υποκρισία».

Οι πρόσφατες αναρτήσεις για τα πέμπτα γενέθλια της κόρης της, Λίλιμπετ, πυροδότησαν μια έντονη συζήτηση γύρω από τα όρια της ιδιωτικότητας, την εμπορευματοποίηση της οικογενειακής ζωής και την ψηφιακή ασφάλεια των ανηλίκων.

Η Δούκισσα του Σάσσεξ επέλεξε να γιορτάσει τα γενέθλια της μικρής Λίλι μοιράζοντας με τους 4,6 εκατομμύρια ακολούθους της στο Instagram δύο νέα στιγμιότυπα.

Στο πρώτο, με τη λεζάντα «το κορίτσι των ονείρων μας», η 5χρονη εμφανίζεται σε προφίλ να περιεργάζεται ένα λουλούδι στους κήπους της έπαυλης του ζευγαριού στο Μοντεσίτο, ενώ το δεύτερο είναι ένα τρυφερό οικογενειακό πορτρέτο στην αγκαλιά των γονιών της.

Παρά το γεγονός ότι τα χαρακτηριστικά του προσώπου της μικρής κρύβονται εν μέρει από τα μαλλιά της, οι επικριτές επισημαίνουν μια τεράστια αντίφαση: η Μέγκαν Μαρκλ χρησιμοποιεί τα παιδιά της για να χτίσει το brand της στα social media, την ίδια ακριβώς περίοδο που ταξιδεύει ανά τον κόσμο προειδοποιώντας για τους θανάσιμους κινδύνους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Το άκυρο timing

Οι αναρτήσεις προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων για την αντίφαση των λόγων και των πράξεων της.

Αν και η κατηγορία περί υποκρισίας δεν είναι καινούρια, οι επικριτές της Μαρκλ σημειώνουν πως το timing είναι πραγματικά ενοχλητικό.

Πρόσφατα η Μέγκαν Mαρκλ εμφανίστηκε στη Γενεύη, στο πλαίσιο εκδήλωσης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).

Εκεί, σε μια φορτισμένη ομιλία, η Δούκισσα χαρακτήρισε την ασφάλεια των παιδιών στο διαδίκτυο ως «ζήτημα δημόσιας υγείας», τονίζοντας ότι τα παιδιά δεν είναι προϊόντα ή πειραματόζωα και κατηγορώντας τις πλατφόρμες ότι βάζουν το κέρδος πάνω από τους ανθρώπους.

Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι μόλις το προηγούμενο βράδυ, η ίδια είχε αναρτήσει μια selfie από τη ντουλάπα της, όπου η Λίλιμπετ εμφανιζόταν στα πόδια της με τη λεζάντα «η μικρή βοηθός της μαμάς».

Σύμφωνα με ειδικούς των βασιλικών θεμάτων, η συγκεκριμένη φωτογραφία, που εκτιμάται ότι περιλάμβανε ρούχα και αξεσουάρ αξίας 250.000 δολαρίων με εμφανές το ταμπελάκι επώνυμου οίκου, λειτούργησε ως μια τέλεια βιτρίνα.

Το Instagram της Μέγκαν δεν είναι ένας απλός προσωπικός λογαριασμός, αλλά το κανάλι που οδηγεί το traffic στο lifestyle brand της, στα podcast και σε κάθε άλλη εμπορική συμφωνία της.

Η τακτική του να κρύβει το πρόσωπο του παιδιού, σύμφωνα με τους επικριτές, δεν προστατεύει την ιδιωτικότητα, αλλά αντίθετα κατασκευάζει ένα «κενό περιέργειας» που αυξάνει το engagement.

Τα παιδιά ως όπλο marketing

Αν αναλογιστεί κανείς τη μέχρι τώρα στάση των Σάσεξ, η αλλαγή στην πολιτική τους είναι παραπάνω από εμφανής.

Για χρόνια, η Λίλιμπετ και ο 7χρονος Άρτσι κρατούνταν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Ωστόσο, τους τελευταίους μήνες η παρουσία της Λίλιμπετ στο Instagram έχει γίνει εξαιρετικά πυκνή: από τις οικογενειακές φωτογραφίες σε θεματικό πάρκο, τις αναρτήσεις για την Ημέρα του Παιδιού και το Halloween, μέχρι τη φωτογραφία του Αγίου Βαλεντίνου όπου το πρόσωπό της φάνηκε καθαρά για πρώτη φορά.

Σύμφωνα με αναλυτές branding, δεν πρόκειται για μια αυθόρμητη αλλαγή στάσης, αλλά για μια προσεκτικά σχεδιασμένη στρατηγική ανακάλυψη.

«Η Μέγκαν επιτρέπει πλέον ελεγχόμενες ματιές πίσω από την κουρτίνα της προσωπικής της ζωής, χρησιμοποιώντας τη μητρότητα και την οικογενειακή θαλπωρή για να προσδώσει μια ζεστή, αυθεντική και φιλόδοξη διάσταση στο εμπορικό της εγχείρημα» σημειώνουν.

Η απάντηση της

Μέσω του εκπροσώπου της, η Μέγκαν Μαρκλ απάντησε άμεσα στις κατηγορίες, ξεκαθαρίζοντας ότι υπάρχει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στο να μοιράζεται κανείς επιλεγμένες στιγμές της ζωής του και στο να εκθέτει τα παιδιά του στην δημόσια κατακραυγή.

Η πλευρά της Δούκισσας υποστηρίζει ότι το γεγονός πως δεν δείχνει καθαρά τα πρόσωπά τους αποδεικνύει την προσήλωσή της στις αρχές που η ίδια υπερασπίζεται: την παροχή ιδιωτικότητας, προστασίας και αυτονομίας στα παιδιά μέσα σε έναν ολοένα και πιο ψηφιακό κόσμο.

Η μάχη των εντυπώσεων παραμένει ανοιχτή. Για τους υποστηρικτές της, η Μέγκαν παραμένει μια μητέρα που προσπαθεί να ισορροπήσει σε ένα μοναδικό καθεστώς δημοσιότητας προστατεύοντας ταυτόχρονα τα παιδιά της.

Για τους επικριτές της, η προσπάθεια να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως η «σωτήρας» των παιδιών από τα social media και ως η απόλυτη social media influencer, αποτελεί μια αντίφαση που δύσκολα μπορεί να γεφυρωθεί.

Το sharenting και οι κίνδυνοι

Η έκθεση των παιδιών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τους ίδιους τους γονείς τους –ένας όρος που η σύγχρονη κοινωνιολογία και νομική επιστήμη έχει βαφτίσει «sharenting» (από το share και parenting)– αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα και πολυσυζητημένα αντικείμενα μελέτης παγκοσμίως.

Οι αναλύσεις από κορυφαίους παιδοψυχολόγους, νομικούς, ακαδημαϊκά ιδρύματα και διεθνείς οργανισμούς (όπως η UNICEF) συγκλίνουν στο ότι η πρακτική αυτή, ακόμη και όταν στερείται κακής πρόθεσης (π.χ. απόκρυψη προσώπου), εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.

Σύμφωνα με μελέτες της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (APA) και αναφορές του London School of Economics (LSE – Parenting for a Digital Future), το βασικότερο πρόβλημα με την ανάρτηση πορτρέτων είναι η έλλειψη συναίνεσης (consent) και η πρόωρη κατασκευή μιας ψηφιακής περσόνας.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι οι γονείς παραβιάζουν το δικαίωμα του παιδιού να ορίζει τον εαυτό του. Όταν ένα παιδί φτάσει στην εφηβεία, κουβαλάει ήδη ένα τεράστιο ψηφιακό αποτύπωμα (digital footprint) για το οποίο δεν ρωτήθηκε ποτέ.

Όπως επισημαίνουν branding experts και παιδοψυχολόγοι, η στρατηγική του να δείχνει κανείς ένα παιδί, αλλά να κρύβει το πρόσωπό του (με emoji, γωνίες λήψης ή πλάτη), συχνά μεγιστοποιεί την περιέργεια του κοινού.

Αυτό μετατρέπει το παιδί σε αντικείμενο παρατήρησης (voyeurism) και αυξάνει το «κυνήγι» των παπαράτσι ή των followers, ακυρώνοντας στην πράξη την προστασία που υποτίθεται ότι προσφέρει η απόκρυψη.

Σε νομικό επίπεδο, η Γαλλία και η Ολλανδία πρωτοστατούν σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που περιορίζουν το sharenting, με βάση τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Σε επίσημη οδηγία της, η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής προειδοποιεί ότι οι γονείς γίνονται οι μεγαλύτεροι παραβάτες της ιδιωτικότητας των παιδιών τους. Επισημαίνουν ότι οι φωτογραφίες αυτές δεν ανήκουν πλέον στους γονείς, αλλά γίνονται ιδιοκτησία των data brokers και των αλγορίθμων.

Νομικοί αναλυτές του Harvard Law Review προβλέπουν μια «έκρηξη» δικαστικών προσφυγών τα επόμενα χρόνια, όπου ενήλικες πλέον θα μηνύουν τους γονείς τους για παραβίαση προσωπικών δεδομένων και εμπορευματοποίηση της παιδικής τους ηλικίας χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Στοιχεία δείχνουν ότι μέχρι το 2030, τα 2/3 των περιπτώσεων απάτης ταυτότητας (identity fraud) παγκοσμίως θα οφείλονται σε πληροφορίες και φωτογραφίες που ανέβασαν οι ίδιοι οι γονείς για τα παιδιά τους στα social media κατά την παιδική τους ηλικία.

Επιπλέον, οι τρέχουσες εκθέσεις ασφαλείας (2025-2026) κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τα generative AI εργαλεία.

Ακόμα και μια φωτογραφία προφίλ, χωρίς να φαίνονται πλήρως τα χαρακτηριστικά, ή ένα σύντομο βίντεο με τη φωνή του παιδιού, είναι αρκετά για να πέσουν θύματα επεξεργασίας (AI cloning) από κακόβουλους χρήστες στο dark web.

Η τάση των influencers και των high-profile προσωπικοτήτων (όπως η Μέγκαν Μαρκλ) να παρουσιάζουν μια «αισθητικά τέλεια»εικόνα της μητρότητας χρησιμοποιώντας τα παιδιά ως props, ως αξεσουάρ, δημιουργεί, σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους, ένα επικίνδυνο πρότυπο.

Η ετυμηγορία των εκθέσεων είναι σαφής, το παιδί δεν είναι προέκταση του brand του γονέα.

Η προστασία της ιδιωτικότητας στην ψηφιακή εποχή δεν είναι ζήτημα «καλής αισθητικής» ή επιλεκτικής απόκρυψης των ματιών, αλλά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που πρέπει να προηγείται οποιασδήποτε εμπορικής ή επικοινωνιακής στρατηγικής.