Μερικά παιδιά μιλούν με άνεση στον σερβιτόρο, χαιρετούν αγνώστους στην παραλία, κάνουν ερωτήσεις στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, ξεκινούν να αφηγούνται γεγονότα της ζωής τους χωρίς δεύτερη σκέψη… Για πολλούς γονείς αυτό είναι σημάδι αυτοπεποίθησης· για κάποιους άλλους όμως, πηγή ανησυχίας. Μήπως το παιδί είναι υπερβολικά «ανοιχτό»; Μήπως δεν καταλαβαίνει τα όρια; Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κοινωνικότητα; Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα δεν είναι απλή…
Τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται τους κοινωνικούς κανόνες όπως οι ενήλικες
Για έναν ενήλικα, το να μιλήσει σε έναν άγνωστο ενεργοποιεί αυτόματα φίλτρα: Είναι η κατάλληλη στιγμή; Να τον/ την εμπιστευτώ; Πόσα προσωπικά στοιχεία μου να μοιραστώ; Σε ένα μικρό παιδί, αυτά τα φίλτρα δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως. Η κοινωνική αντίληψη –η ικανότητα δηλαδή να κατανοούμε ποιος είναι ο άλλος, τι μπορεί να σκέφτεται, ποια είναι τα κοινωνικά όρια και πώς προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας– εξελίσσεται σταδιακά και συνεχίζει να ωριμάζει για πολλά χρόνια. Γι’ αυτό και ένα παιδί προσχολικής ηλικίας μπορεί να μιλήσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο στη δασκάλα, στον γείτονα και σε έναν άγνωστο στο πάρκο. Δεν σημαίνει ότι δεν έχει μάθει καλούς τρόπους ή ότι δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Συχνά σημαίνει ότι ακόμα μαθαίνει πώς λειτουργεί ο κοινωνικός κόσμος.
Η κοινωνικότητα είναι χαρακτηριστικό – όχι πρόβλημα
Κάθε παιδί γεννιέται με μια διαφορετική ιδιοσυγκρασία. Υπάρχουν παιδιά πιο επιφυλακτικά και παιδιά που αναζητούν αυθόρμητα την επαφή.
Τα πιο εξωστρεφή παιδιά συνήθως:
- προσεγγίζουν εύκολα συνομηλίκους και ενήλικες,
- νιώθουν άνετα σε νέους χώρους,
- εκφράζονται χωρίς πολλή εσωτερική επεξεργασία,
- αντλούν ενέργεια από την αλληλεπίδραση.
Αυτό δεν είναι έλλειψη ορίων. Μάλιστα, η κοινωνική άνεση έχει συνδεθεί με δεξιότητες όπως η προσαρμοστικότητα, η επικοινωνία και η συναισθηματική έκφραση.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το παιδί μιλάει πολύ ή εύκολα. Το ερώτημα είναι αν μπορεί σταδιακά να μάθει σε ποιον, πότε και μέχρι ποιο σημείο.
Κοινωνικότητα: Πότε η συμπεριφορά χρειάζεται περισσότερη καθοδήγηση
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που δεν μιλάμε απλώς για εξωστρέφεια αλλά για ανάγκη ενίσχυσης των ορίων.
Αξίζει να παρατηρήσουμε περισσότερο τη συμπεριφορά όταν το παιδί:
- αποκαλύπτει συστηματικά προσωπικές πληροφορίες,
- ακολουθεί αγνώστους χωρίς δισταγμό,
- δεν αναγνωρίζει τη δυσφορία ή την απόσταση του άλλου,
- δυσκολεύεται να καταλάβει πότε μια συζήτηση τελειώνει,
- αναζητά επίμονα επιβεβαίωση από οποιονδήποτε ενήλικα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν χρειάζεται πανικός ούτε… ετικέτες. Συνήθως χρειάζεται εκπαίδευση στις κοινωνικές δεξιότητες και σταδιακή κατανόηση των ορίων.
Πώς διδάσκουμε τα όρια χωρίς να δημιουργούμε φόβο
Στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε το παιδί, δεν πρέπει να περάσουμε στο άλλο άκρο, π.χ.: «Μη μιλάς σε κανέναν», «Μην εμπιστεύεσαι κανέναν». Η συνεχής καχυποψία δεν βοηθά.
Αντί γι’ αυτό, μπορούμε να του μάθουμε κάποιους πιο συγκεκριμένους κανόνες όπως:
- Μιλάμε ευγενικά, αλλά δεν λέμε προσωπικές πληροφορίες.
- Αν κάποιος μάς κάνει να νιώσουμε άβολα, φεύγουμε και ενημερώνουμε έναν μεγάλο.
- Δεν ακολουθούμε κανέναν χωρίς να το γνωρίζει ο γονιός μας.
- Μπορούμε να είμαστε φιλικοί χωρίς να είμαστε διαθέσιμοι σε όλους.
Τα παιδιά καταλαβαίνουν καλύτερα τα όρια όταν τα βλέπουν στην πράξη. Αν ο γονιός χαιρετά ευγενικά αλλά κρατά προσωπική απόσταση, το παιδί θα αρχίσει να αντιγράφει αυτή τη συμπεριφορά.
Ο στόχος δεν είναι να γίνει πιο κλειστό – αλλά πιο συνειδητοποιημένο
Όταν το παιδί μιλάει σε όλους, συχνά η πρώτη σκέψη είναι ότι πρέπει να «μαζευτεί». Όμως η κοινωνικότητα δεν είναι όπως είπαμε κάτι που χρειάζεται διόρθωση. Το ζητούμενο δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που φοβούνται τους ανθρώπους ούτε παιδιά που εμπιστεύονται αδιακρίτως τους πάντες.
Ο στόχος είναι κάτι πιο δύσκολο – και πιο ουσιαστικό: να μεγαλώσουμε παιδιά που διατηρούν τη φυσική τους «ανοιχτότητα», αλλά μαθαίνουν σταδιακά να αναγνωρίζουν τα όρια, να προστατεύουν τον εαυτό τους και να καταλαβαίνουν ότι η εμπιστοσύνη χτίζεται. Και αυτό δεν είναι έμφυτο. Είναι μια δεξιότητα που καλλιεργείται μέρα με τη μέρα.
