Παρότι οι μητρικοί θάνατοι έχουν μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η παγκόσμια εικόνα παραμένει ανησυχητική. Νέα διεθνής μελέτη για 204 χώρες και περιοχές έως το 2023, με επικεφαλής το Ινστιτούτο Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας (IHME) του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον και δημοσιευμένη στο The Lancet Obstetrics, Gynaecology & Women’s Health, δείχνει ότι η πρόοδος όχι μόνο δεν επαρκεί, αλλά και επιβραδύνεται. Σύμφωνα με τα ευρήματα, περισσότερες από 100 χώρες εξακολουθούν να μην βρίσκονται σε τροχιά επίτευξης του παγκόσμιου στόχου για τη μητρική θνησιμότητα.

Η μελέτη εκτιμά ότι το 2023 περίπου 240.000 γυναίκες έχασαν τη ζωή τους από αίτια που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη και τον τοκετό. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σοβαρό φορτίο, καθώς οι θάνατοι αυτοί αντιστοιχούν σε σημαντικό ποσοστό των θανάτων γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως. Παρά τη συνολική βελτίωση σε σχέση με το παρελθόν, οι απώλειες παραμένουν συγκεντρωμένες κυρίως σε περιοχές όπου τα συστήματα υγείας είναι πιο ευάλωτα και η καταγραφή των δεδομένων ανεπαρκής, όπως η υποσαχάρια Αφρική, η Νότια Ασία, η Νοτιοανατολική Ασία, η Ωκεανία και ορισμένα τμήματα της Καραϊβικής.

Διαβάστε επίσης: Ο αριθμός των παιδιών φαίνεται να επηρεάζει τη μακροζωία

Μητρική θνησιμότητα: Μία παγκόσμια κρίση

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο δείκτης μητρικής θνησιμότητας μειώθηκε αισθητά: από 321 μητρικούς θανάτους ανά 100.000 γεννήσεις ζώντων το 1990 σε 191 το 2023. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν εξελίσσεται πλέον με τον ίδιο ρυθμό. Η περίοδος 2015–2023 χαρακτηρίζεται από σαφή επιβράδυνση συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που απομακρύνει πολλές χώρες από τον στόχο των Βιώσιμων Αναπτυξιακών Στόχων του ΟΗΕ, δηλαδή λιγότερους από 70 μητρικούς θανάτους ανά 100.000 γεννήσεις έως το 2030. Μάλιστα, σε ορισμένες χώρες καταγράφεται ακόμη και αύξηση της μητρικής θνησιμότητας, κάτι που υπογραμμίζει ότι η πρόοδος δεν είναι ούτε σταθερή ούτε δεδομένη. Ο παγκόσμιος στόχος παραμένει δύσκολος, καθώς ο ΟΗΕ επισημαίνει ότι η τρέχουσα πορεία δεν αρκεί για να επιτευχθεί έως το 2030.

Η πανδημία COVID-19 λειτούργησε επίσης ως επιβαρυντικός παράγοντας. Κατά τα πρώτα στάδιά της, και ιδιαίτερα την περίοδο 2020–2021 πριν από τη μαζική διάθεση των εμβολίων, η λοίμωξη από τον ιό συνδέθηκε με αύξηση των μητρικών θανάτων σε αρκετές περιοχές του κόσμου. Σε τμήματα της Λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής, της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, της κεντρικής Ασίας και της Βόρειας Αμερικής, η πανδημία ανέκοψε ή ανέστρεψε προσωρινά την πρόοδο, υπενθυμίζοντας πόσο ευάλωτη μπορεί να γίνει η μητρική υγεία σε περιόδους υγειονομικής κρίσης.

Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η μητρική θνησιμότητα μπορεί να μειωθεί περαιτέρω, αρκεί να ενισχυθούν οι παρεμβάσεις που ήδη γνωρίζουμε ότι λειτουργούν: ποιοτική προγεννητική παρακολούθηση, ασφαλής τοκετός με εξειδικευμένο προσωπικό, πρόσβαση σε επείγουσα μαιευτική φροντίδα και συστηματική φροντίδα μετά τον τοκετό. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι όταν οι γυναίκες έχουν συνεχή και ισότιμη πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες, οι θάνατοι μειώνονται θεαματικά. Το πρόβλημα είναι ότι σε πολλές από τις πιο επιβαρυμένες περιοχές, τα συστήματα υγείας παραμένουν υποστελεχωμένα και τα διαθέσιμα δεδομένα ανεπαρκή, γεγονός που δυσκολεύει τόσο την παρακολούθηση της προόδου όσο και την έγκαιρη αντιμετώπιση νέων απειλών.