Ωστόσο, μέχρι σήμερα η δυνατότητά τους περιοριζόταν σε σχετικά μικρό αριθμό παθήσεων. Η νέα τεχνική φιλοδοξεί να διευρύνει σημαντικά το φάσμα των γενετικών διαταραχών που μπορούν να ανιχνευθούν κατά την εγκυμοσύνη, καλύπτοντας σχεδόν όλες τις παθήσεις που περιλαμβάνονται στα προγράμματα νεογνικού ελέγχου.

Όπως επισημαίνει ο Δρ. Whelan, η εξέταση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κυρίως όταν ένα υπερηχογράφημα ή άλλος προγεννητικός έλεγχος έχει ήδη δείξει κάποιο εύρημα που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

Τα αποτελέσματα της μελέτης

Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη μέθοδο σε 565 εγκυμοσύνες, όταν η κύηση βρισκόταν κατά μέσο όρο στη 17η εβδομάδα. Αναλύοντας τα μικρά τμήματα εμβρυϊκού DNA και χρησιμοποιώντας προηγμένα υπολογιστικά εργαλεία, κατάφεραν να εντοπίσουν γενετικές παραλλαγές σε σχεδόν 23.000 γονίδια κάθε εμβρύου.

Στη συνέχεια συνέκριναν τα αποτελέσματα με εκείνα της αμνιοπαρακέντησης ή άλλων επεμβατικών εξετάσεων. Η νέα εξέταση ανίχνευσε το 95%-99% των γενετικών παραλλαγών που εντοπίστηκαν με τις επεμβατικές μεθόδους, καθώς και περισσότερο από το 97% των γενετικών μεταβολών που θεωρούνται κλινικά σημαντικές.

Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της νέας προσέγγισης είναι ότι θα μπορούσε να μειώσει την ανάγκη για επεμβατικές εξετάσεις, οι οποίες, αν και ιδιαίτερα αξιόπιστες, συνοδεύονται από άγχος για τις εγκύους, δυσκολίες πρόσβασης και μικρό αλλά υπαρκτό κίνδυνο επιπλοκών. Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες μελέτες, η νέα μέθοδος θα μπορούσε να φέρει σημαντικές αλλαγές στην προγεννητική διάγνωση, διευρύνοντας τις δυνατότητες ελέγχου με μεγαλύτερη ασφάλεια για τη μητέρα και το έμβρυο.